Νικολέτα Βλαβιανού: «Δεν αισθάνομαι Ναπολέων ούτε κάτι πιο σημαντικό από τον διπλανό μου»
Στη σχέση που φροντίζει να έχει με την αναγνωρισιμότητα, μέσα από τη μακρόχρονη καλλιτεχνική της πορεία, αναφέρθηκε η Νικολέτα Βλαβιανού σε συνέντευξή της στην εφημερίδα Espresso και τον Στέργιο Σαμαρτζή. Με λόγο άμεσο και γειωμένο, η έμπειρη ηθοποιός μίλησε τόσο για το πώς διαχειρίστηκε τη δημοσιότητα από πολύ νωρίς όσο και για τη διαδρομή της προς την κωμωδία, που την ανέδειξε αλλά, όπως παραδέχεται, σε κάποιες φάσεις την περιόρισε επαγγελματικά.
Η Νικολέτα Βλαβιανού είναι από εκείνες τις παρουσίες που συνδέθηκαν έντονα με την τηλεόραση μιας άλλης εποχής, όταν οι σειρές και οι εκπομπές άγγιζαν τηλεθεάσεις που σήμερα μοιάζουν σχεδόν αδιανόητες. Όμως η ίδια δεν αντιμετώπισε ποτέ αυτή τη δύναμη προβολής ως λόγο «ανωτερότητας». Αντίθετα, ξεκαθαρίζει πως δεν ένιωσε ποτέ ότι της ανήκει κάποιος θρόνος, κάποιο προνόμιο, κάποια θέση πάνω από τους άλλους ανθρώπους.
Νικολέτα Βλαβιανού και κωμωδία: επιλογή ή συγκυρία;
Όταν ρωτήθηκε αν η αισιοδοξία που τη χαρακτηρίζει επηρέασε την πορεία της προς την κωμωδία ή αν οι κωμικοί ρόλοι προέκυψαν περισσότερο ως επαγγελματική συγκυρία, η Νικολέτα Βλαβιανού έδωσε μια απάντηση που φωτίζει όχι μόνο τη δική της πορεία, αλλά και τον τρόπο που λειτουργεί συχνά το θεατρικό και τηλεοπτικό σύστημα.
Όπως εξηγεί, την περίοδο που εκείνη «βγήκε» στο επάγγελμα, το εμπορικό θέατρο αναζητούσε συγκεκριμένο τύπο ηθοποιών: «νόστιμα κορίτσια», όπως λέει χαρακτηριστικά, που να μπορούν να υπηρετήσουν αποτελεσματικά τη λαϊκή, καθημερινή κωμωδία. Παρότι η ίδια ξεκίνησε στο θέατρο με δραματικό ρόλο, η κωμωδία στάθηκε τελικά το «κλειδί» που της άνοιξε την πόρτα της τηλεόρασης.
Ωστόσο, η επιτυχία έχει συχνά και το τίμημά της. Η Νικολέτα Βλαβιανού παραδέχεται ότι η κωμωδία, ενώ την καθιέρωσε, ταυτόχρονα τη «στένεψε» επαγγελματικά, καθώς για μεγάλο διάστημα κλήθηκε να υπηρετεί σχεδόν αποκλειστικά κωμικούς χαρακτήρες. Κι εδώ κάνει μια κρίσιμη διάκριση: το κοινό, όπως σημειώνει, δεν είναι αυτό που βάζει εύκολα ταμπέλες στους ηθοποιούς· το κάνει περισσότερο το σύστημα των παραγωγών, που συχνά επαναλαμβάνει μια δοκιμασμένη «συνταγή» επειδή θεωρεί ότι αυτή αποδίδει εμπορικά.
Στη δική της περίπτωση, δηλώνει πως έχει αίσθηση μέτρου και ισορροπίας στους ρόλους της, είτε αυτοί είναι κωμικοί είτε δραματικοί, και πιστεύει ότι μπορεί να σταθεί με την ίδια επάρκεια και στα δύο είδη. Η διαφορά, τελικά, δεν είναι μόνο θέμα ταλέντου, αλλά και ευκαιριών: ποιος θα σου εμπιστευτεί την αλλαγή, ποιος θα σε δει πέρα από την εικόνα που έχει ήδη «πουλήσει» στο κοινό.
«Δεν αισθάνομαι Ναπολέων»: η αναγνωρισιμότητα χωρίς μύθο
Με τόση επιτυχία και τόσο έντονη αναγνωρισιμότητα όλα αυτά τα χρόνια, το εύλογο ερώτημα είναι αν «καβάλησε ποτέ το καλάμι». Η απάντηση της Νικολέτα Βλαβιανού είναι κάθετη: όχι, ποτέ.
Θυμάται ότι ο κόσμος την αναγνώριζε στον δρόμο από πολύ νωρίς, καθώς οι πρώτες τηλεοπτικές δουλειές της ξεπερνούσαν το 50% τηλεθέαση. Παρ’ όλα αυτά, δεν ένιωσε ποτέ πως αυτό την έκανε κάτι περισσότερο από έναν άνθρωπο που απλώς κάνει τη δουλειά του. «Δεν αισθάνομαι Ναπολέων ούτε κάτι πιο σημαντικό από τον διπλανό μου», λέει, συμπυκνώνοντας σε μία φράση μια στάση ζωής που αντιστέκεται στη ματαιοδοξία της δημοσιότητας.
Η ίδια επιμένει ότι δεν έχτισε ποτέ έναν μύθο στο κεφάλι της. Και αυτό, όπως εξηγεί, ξεκινά από πολύ μικρή ηλικία: πήγαινε συχνά στο θέατρο, αλλά δεν είχε τη λαχτάρα να κυνηγά αυτόγραφα ή φωτογραφίες με ηθοποιούς. Είχε απομυθοποιήσει από νωρίς τη λάμψη, βλέποντάς την περισσότερο ως επαγγελματικό αποτέλεσμα και λιγότερο ως προσωπικό μεγαλείο.
Ένας ακόμη λόγος που συνέβαλε σε αυτή τη νηφάλια ματιά ήταν το οικογενειακό της περιβάλλον. Όπως αναφέρει, οι αδελφοί Φαληρέα ήταν θείοι της, γεγονός που την έφερνε καθημερινά σε επαφή με ανθρώπους της μουσικής και της τέχνης. Όταν ζεις τη δημιουργική κοινότητα από κοντά, η «εικόνα» χάνει μέρος της εξουσίας της: βλέπεις τον άνθρωπο πίσω από το επάγγελμα, τις συνήθειες, τις αγωνίες, τη δουλειά που χρειάζεται για να σταθείς.
Η ουσία πίσω από τη διαδρομή της
Μέσα από τα λόγια της, η Νικολέτα Βλαβιανού αναδεικνύει κάτι που συχνά ξεχνιέται: η αναγνωρισιμότητα δεν είναι ταυτότητα, είναι συνθήκη. Έρχεται και φεύγει, αλλά δεν ορίζει την αξία του ανθρώπου. Το ίδιο και οι «ταμπέλες» των ρόλων: μπορεί να σε ακολουθούν, αλλά δεν είναι αναγκαστικά το μέτρο του ποιος είσαι ως καλλιτέχνης.
Στο τέλος, αυτό που μένει από τη στάση της Νικολέτα Βλαβιανού είναι η αίσθηση του μέτρου και η καθαρή της θέση απέναντι στη δημοσιότητα: να παραμένεις γειωμένος, να μην πιστεύεις στον μύθο σου και να θυμάσαι ότι, όσο δυνατά κι αν φωτίσει κάποτε ένας προβολέας, η ουσία βρίσκεται πάντα στο να κάνεις τη δουλειά σου με συνέπεια — χωρίς να αισθάνεσαι «Ναπολέων» και χωρίς να θεωρείς τον εαυτό σου πιο σημαντικό από τον διπλανό σου.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης