ΥΠΕΝ: Άμεσος ο συσχετισμός ανάμεσα στις ΑΠΕ και χαμηλές τιμές ρεύματος – Στα 438 εκατ. το πλεόνασμα στις διασυνδέσεις
Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) και τα μεγάλα υδροηλεκτρικά βρίσκονται στον πυρήνα της προσπάθειας για χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικού ρεύματος στην Ελλάδα, επισημαίνει το ΥΠΕΝ. Τα φετινά δεδομένα, όπως παρουσιάστηκαν στο υπουργικό συμβούλιο τη Δευτέρα, δείχνουν με σαφήνεια ότι ο ενεργειακός «μίγμα» που επιλέγεται κάθε ημέρα δεν επηρεάζει απλώς το κόστος παραγωγής, αλλά αποτυπώνεται άμεσα στη χονδρική τιμή ρεύματος που πληρώνει η αγορά. Με άλλα λόγια, ο συσχετισμός ανάμεσα στις ΑΠΕ και χαμηλές τιμές ρεύματος δεν είναι θεωρητικός: είναι μετρήσιμος και επαναλαμβανόμενος.
Όταν η παραγωγή καλύπτεται σε μεγάλο βαθμό από ΑΠΕ και υδροηλεκτρικά, το κόστος περιορίζεται αισθητά. Αντίθετα, όταν η πράσινη παραγωγή υποχωρεί, το σύστημα αναγκάζεται να στραφεί περισσότερο σε συμβατικές μονάδες, με αποτέλεσμα η χονδρική να ανεβαίνει. Σε μια περίοδο όπου οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις αναζητούν σταθερότητα στους λογαριασμούς τους, η εικόνα που παρουσιάζει το ΥΠΕΝ αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.
Ο συσχετισμός ανάμεσα στις ΑΠΕ και χαμηλές τιμές ρεύματος στην πράξη
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατέθηκαν, τις ημέρες που οι ΑΠΕ και τα υδροηλεκτρικά καλύπτουν πολύ μεγάλο ποσοστό της ηλεκτροπαραγωγής, η τιμή χονδρικής υποχωρεί έως τα 73 ευρώ/MWh. Πρόκειται για επίπεδα που αποτυπώνουν το πλεονέκτημα της παραγωγής με χαμηλό μεταβλητό κόστος, καθώς ο ήλιος, ο άνεμος και τα νερά των ταμιευτήρων δεν υπόκεινται στις ίδιες διεθνείς διακυμάνσεις που χαρακτηρίζουν τα καύσιμα.
Στον αντίποδα, όταν η συμμετοχή της πράσινης ενέργειας είναι χαμηλή, οι τιμές μπορούν να «εκτοξευθούν» στα 120 ευρώ/MWh. Το άλμα αυτό συνδέεται με την αυξημένη χρήση συμβατικών μονάδων, οι οποίες, πέρα από το καύσιμο, επιβαρύνονται και από παράγοντες όπως το κόστος δικαιωμάτων εκπομπών. Έτσι, κάθε μείωση της παραγωγής από ΑΠΕ—λόγω καιρικών συνθηκών ή περιορισμών του συστήματος—μεταφράζεται γρήγορα σε ακριβότερη χονδρική.
Το μήνυμα του ΥΠΕΝ είναι ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική επιλογή, αλλά και εργαλείο διαχείρισης κόστους. Όσο μεγαλύτερη είναι η διείσδυση των ΑΠΕ και όσο καλύτερη η αξιοποίηση των υδροηλεκτρικών, τόσο πιο ανθεκτική γίνεται η αγορά απέναντι σε διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις.
Πού βρίσκεται η Ελλάδα στη χονδρική τιμή ρεύματος το 2024
Πιο αναλυτικά, μέχρι τις 8 Αυγούστου η Ελλάδα είχε μέση τιμή χονδρικής στα 98 ευρώ/MWh, καταλαμβάνοντας τη θέση της ένατης φθηνότερης χώρας στην Ευρώπη. Το ΥΠΕΝ δηλώνει ικανοποιημένο με αυτή την εξέλιξη, υπενθυμίζοντας ότι το 2019 η χώρα βρισκόταν στην αντίθετη άκρη της κατάταξης, ως η ακριβότερη αγορά.
Η μεταστροφή αυτή δεν αποδίδεται σε έναν μόνο λόγο. Ωστόσο, η εικόνα που περιγράφεται δείχνει ότι η αυξημένη παρουσία ΑΠΕ στο σύστημα και η ενίσχυση των διασυνδέσεων—μαζί με τη λειτουργία της αγοράς—διαμορφώνουν ένα πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Έτσι, η Ελλάδα εμφανίζεται πλέον λιγότερο «ευάλωτη» σε περιόδους αυξημένης ζήτησης ή σε εισαγόμενες πιέσεις τιμών.
Από εισαγωγές σε καθαρές εξαγωγές: ο ρόλος των διασυνδέσεων
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στη μεταβολή του εμπορικού ισοζυγίου ηλεκτρικής ενέργειας. Ενδεικτικά, το 2019 η Ελλάδα εισήγαγε περίπου το 18% των αναγκών της. Φέτος, το ισοζύγιο δείχνει καθαρές εξαγωγές 5,4 TWh, στοιχείο που, κατά το ΥΠΕΝ, συνδέεται με τη συνολική βελτίωση της θέσης της χώρας στην περιφερειακή αγορά.
Αυτή η εξέλιξη έχει και απτό οικονομικό αποτύπωμα. Τα δεδομένα μεταφράζονται σε πλεόνασμα 438 εκατ. ευρώ στο ηλεκτρικό ρεύμα, έναντι ελλείμματος 575 εκατ. ευρώ το 2023. Πρόκειται για μια θεαματική αντιστροφή, που αναδεικνύει τη σημασία των ροών ενέργειας μεταξύ χωρών και την αξία μιας αγοράς που μπορεί να αξιοποιεί ευκαιρίες εξαγωγών όταν υπάρχουν διαθέσιμες και ανταγωνιστικές ποσότητες.
Αύγουστος με καύσωνα: γιατί η Ελλάδα έμεινε χαμηλότερα από την περιοχή
Ακόμη και μέσα στον Αύγουστο—περίοδο κατά την οποία οι τιμές κινήθηκαν ανοδικά σε όλη την Ευρώπη λόγω καύσωνα και ξηρασίας—η Ελλάδα παρέμεινε 15 έως 30 ευρώ χαμηλότερα από την ευρύτερη περιοχή. Αυτό υπογράμμισε πρόσφατα, σε ανάρτησή του, ο υφυπουργός Νίκος Τσάφος.
Οι ακραίες θερμοκρασίες αυξάνουν τη ζήτηση (ιδίως για κλιματισμό), ενώ η ξηρασία μπορεί να περιορίσει τη συμβολή των υδροηλεκτρικών. Παρ’ όλα αυτά, η σχετική αντοχή των τιμών στην Ελλάδα δείχνει ότι το σύστημα έχει αρχίσει να αποκτά περισσότερα «μαξιλάρια»—είτε μέσω μεγαλύτερης παραγωγής από ΑΠΕ, είτε μέσω καλύτερης διασύνδεσης και εμπορικής θέσης.
Τι δείχνει συνολικά η εικόνα που παρουσιάζει το ΥΠΕΝ
Συνολικά, τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν ενισχύουν την κεντρική διαπίστωση: ο συσχετισμός ανάμεσα στις ΑΠΕ και χαμηλές τιμές ρεύματος είναι άμεσος και καθοριστικός. Όταν η πράσινη παραγωγή και τα μεγάλα υδροηλεκτρικά καλύπτουν μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης, η χονδρική υποχωρεί αισθητά· όταν αυτό δεν συμβαίνει, το κόστος ανεβαίνει και οι καταναλωτές εκτίθενται περισσότερο στις διεθνείς πιέσεις.
Παράλληλα, η μετάβαση από εισαγωγική εξάρτηση σε καθαρές εξαγωγές και το πλεόνασμα των 438 εκατ. ευρώ στις διασυνδέσεις αποτυπώνουν μια πιο ισχυρή θέση της χώρας στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Με βάση τα φετινά δεδομένα, η κατεύθυνση που περιγράφει το ΥΠΕΝ δείχνει ότι περισσότερες ΑΠΕ, καλύτερη αξιοποίηση υδροηλεκτρικών και ισχυρότερη διασύνδεση μπορούν να λειτουργήσουν ως σταθεροποιητές τιμών—ιδίως σε περιόδους έντονης μεταβλητότητας. Πηγή: www.newsit.gr
Σχετικά Άρθρα
26/08/2026 - 19:50
26/08/2026 - 19:30
26/08/2026 - 18:30
Δείτε επίσης