Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2026

Ασφάλιση επιχειρήσεων: Λιγότερη κρατική αρωγή για όποιον ασφαλίστηκε προαιρετικά – Το «κενό» στο νέο νομοσχέδιο

Ένα ιδιότυπο «μήνυμα» για την ασφάλιση επιχειρήσεων εκπέμπει το νέο νομοσχέδιο για τη στεγαστική συνδρομή και την κρατική αρωγή μετά από φυσικές καταστροφές. Ενώ ο στόχος κάθε σύγχρονου πλαισίου διαχείρισης κινδύνου είναι να ενθαρρύνει περισσότερες επιχειρήσεις να ασφαλίζονται, η προτεινόμενη ρύθμιση δημιουργεί μια γκρίζα ζώνη: μια επιχείρηση που έχει φροντίσει προαιρετικά να ασφαλίσει το επαγγελματικό της κτίριο θα δικαιούται κρατική στήριξη μόνο για το μέρος της ζημιάς που δεν καλύφθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία. Αντίθετα, μια αντίστοιχη επιχείρηση που επέλεξε να παραμείνει ανασφάλιστη δεν έχει να «αφαιρέσει» ιδιωτική αποζημίωση, άρα η κρατική συνδρομή εξετάζεται επί μεγαλύτερης βάσης ζημιάς.

Η ρύθμιση δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι η ασφαλισμένη επιχείρηση θα λάβει συνολικά λιγότερα χρήματα, καθώς θα εισπράξει και την ασφαλιστική αποζημίωση. Όμως αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο μοιράζεται το κόστος της καταστροφής μεταξύ κράτους και ιδιώτη ασφαλιστή και, το σημαντικότερο, ανοίγει ξανά τη συζήτηση για το ποιο είναι τελικά το κίνητρο μιας μικρότερης επιχείρησης να πληρώνει προαιρετική ασφάλιση, όταν γνωρίζει ότι η κρατική αρωγή θα περιοριστεί ακριβώς επειδή ήταν συνεπής και προνοητική.

Τι αλλάζει στην ασφάλιση επιχειρήσεων για το ασφαλισμένο επαγγελματικό κτίριο

Η νέα αρχή που εισάγει το νομοσχέδιο είναι πρακτικά ένας συμψηφισμός: πρώτα καθορίζεται τι ποσό καλύπτει η ιδιωτική ασφάλιση και έπειτα η στεγαστική συνδρομή του Δημοσίου θα αφορά μόνο την ακάλυπτη ζημιά.

Με απλά λόγια, η σειρά των γεγονότων έχει σημασία:

1) γίνεται εκτίμηση της επιλέξιμης ζημιάς στο κτίριο,
2) προσδιορίζεται το ποσό που οφείλει να καταβάλει η ασφαλιστική,
3) το κράτος υπολογίζει τη στεγαστική αρωγή μόνο για το υπόλοιπο που δεν καλύφθηκε.

Μέχρι σήμερα, για τα κτίρια δεν ίσχυε με τον ίδιο τρόπο αυτός ο συμψηφισμός στη στεγαστική συνδρομή. Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο διαφοροποίησης που εισάγει το νέο πλαίσιο και εξηγεί γιατί αρκετοί επιχειρηματίες μιλούν για «κενό» ή για αντικίνητρο στην προαιρετική ασφάλιση επιχειρήσεων.

Ένα ενδεικτικό παράδειγμα δείχνει καθαρά την πρακτική επίπτωση: αν μια επιχείρηση έχει ζημιά 100.000 ευρώ στο επαγγελματικό της ακίνητο και η ιδιωτική ασφάλιση καλύψει 60.000 ευρώ, το Δημόσιο δεν θα υπολογίσει πλέον τη στεγαστική αρωγή πάνω στα 100.000 ευρώ. Θα εξετάσει το ακάλυπτο ποσό των 40.000 ευρώ και πάνω σε αυτό θα εφαρμοστούν οι ισχύοντες κανόνες (ποσοστά, προϋποθέσεις, ανώτατα όρια). Η επιχείρηση, βέβαια, θα έχει συνολικά στα χέρια της και την ιδιωτική αποζημίωση, όμως η κρατική συμμετοχή στο συνολικό κόστος μειώνεται.

Τι συμβαίνει όταν μια επιχείρηση είναι ανασφάλιστη

Το «παράδοξο» της ρύθμισης φαίνεται πιο καθαρά όταν συγκρίνουμε δύο ομοειδείς επιχειρήσεις που δεν υπάγονται σε υποχρεωτική ασφάλιση. Ας υποθέσουμε δύο επιχειρήσεις με ετήσια ακαθάριστα έσοδα 300.000 ευρώ και ιδιόκτητες κτιριακές εγκαταστάσεις παρόμοιας αξίας.

– Η πρώτη επιλέγει προαιρετική ασφάλιση επιχειρήσεων για κινδύνους όπως πλημμύρα, πυρκαγιά και σεισμός.
– Η δεύτερη κρίνει ότι το ασφάλιστρο δεν «βγαίνει» οικονομικά και παραμένει χωρίς κάλυψη.

Έρχεται μια μεγάλη πλημμύρα και προκαλεί την ίδια ζημιά και στις δύο. Στην ασφαλισμένη επιχείρηση, η κρατική αρωγή θα «χτιστεί» πάνω στο υπόλοιπο μετά την αποζημίωση της ασφαλιστικής. Στην ανασφάλιστη, δεν υπάρχει ιδιωτική αποζημίωση να αφαιρεθεί — άρα η επιλέξιμη βάση για τη στεγαστική συνδρομή είναι μεγαλύτερη.

Το ζήτημα δεν είναι ηθικό αλλά καθαρά μηχανιστικό: ο ένας επιχειρηματίας πληρώνει κάθε χρόνο για να μειώσει τον κίνδυνο και τη δημοσιονομική έκθεση της πολιτείας, ενώ ο άλλος δεν πληρώνει τίποτα και αφήνει τον κίνδυνο ακάλυπτο. Όταν όμως συμβεί το κακό, το κράτος ενδέχεται να συμμετάσχει περισσότερο στη δεύτερη περίπτωση. Από την πλευρά του Δημοσίου, ο συμψηφισμός έχει λογική γιατί αποτρέπει τη διπλή κάλυψη της ίδιας ζημιάς. Από την πλευρά της αγοράς, όμως, προκύπτει πρόβλημα κινητροδότησης: πώς θα πειστεί μια μικρή ή μεσαία επιχείρηση να επενδύσει στην προαιρετική ασφάλιση επιχειρήσεων, αν αντιλαμβάνεται ότι αυτό θα «κόψει» ισόποσα ή αναλογικά τη μελλοντική κρατική συμμετοχή;

Νέα προϋπόθεση: η στεγαστική αρωγή «περνά» από την ασφαλιστική

Για να εφαρμοστεί ο νέος κανόνας, ο επιχειρηματίας θα πρέπει να προσκομίζει βεβαίωση από την ασφαλιστική εταιρεία ότι έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία προσδιορισμού της αποζημίωσης. Στην πράξη, αυτό συνδέει τη ροή της κρατικής ενίσχυσης με την προηγούμενη ολοκλήρωση των εκτιμήσεων από τον ιδιωτικό ασφαλιστή.

Η επιλογή αυτή έχει μια προφανή σκοπιμότητα: το κράτος πρέπει να γνωρίζει τι καλύφθηκε ιδιωτικά, ώστε να υπολογίσει το ακάλυπτο ποσό. Όμως προσθέτει και έναν πιθανό παράγοντα καθυστέρησης, ειδικά σε περιόδους που πολλές επιχειρήσεις διεκδικούν ταυτόχρονα αποζημιώσεις μετά από μια εκτεταμένη θεομηνία.

Τι ισχύει για τις υποχρεωτικά ασφαλισμένες επιχειρήσεις (άνω των 500.000 ευρώ)

Διαφορετικό καθεστώς ισχύει για τις επιχειρήσεις που υπερβαίνουν το όριο των 500.000 ευρώ σε ετήσια ακαθάριστα έσοδα. Για αυτές εφαρμόζεται ήδη (από 1η Ιουνίου 2025) υποχρέωση ασφαλιστικής κάλυψης για δασική πυρκαγιά, πλημμύρα και σεισμό, τουλάχιστον για το 70% της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που ορίζει το πλαίσιο.

Σε αυτό το επίπεδο, ο νομοθέτης έχει ήδη επιλέξει πιο αυστηρή γραμμή: οι επιχειρήσεις που έχουν υποχρέωση ασφάλισης εξαιρούνται από την κρατική αρωγή για τις υλικές ζημιές που εμπίπτουν στην υποχρεωτική κάλυψη, συμπεριλαμβανομένης της στεγαστικής συνδρομής. Το νέο νομοσχέδιο λειτουργεί κυρίως διευκρινιστικά ως προς το ποιο φορολογικό έτος θα λαμβάνεται υπόψη για να κριθεί αν μια επιχείρηση ξεπερνούσε το όριο όταν συνέβη η θεομηνία.

Το κρίσιμο ερώτημα: ενισχύεται ή αποδυναμώνεται η ασφάλιση επιχειρήσεων;

Η ουσία της συζήτησης δεν είναι αν πρέπει να αποφεύγεται η διπλή πληρωμή για την ίδια ζημιά — αυτό είναι εύλογο και δημοσιονομικά ορθό. Το ζητούμενο είναι αν το σύστημα, όπως διαμορφώνεται, δημιουργεί αρκετά ισχυρό λόγο για να επιλέξει μια μικρότερη επιχείρηση την προαιρετική ασφάλιση επιχειρήσεων, αντί να ποντάρει περισσότερο στην κρατική αρωγή όταν προκύψει ανάγκη.

Υπάρχουν, βέβαια, πραγματικά πλεονεκτήματα της ιδιωτικής κάλυψης: συνήθως ταχύτερη ροή αποζημίωσης, σαφέστεροι όροι, δυνατότητα ευρύτερων καλύψεων, και μεγαλύτερη προβλεψιμότητα σε σχέση με μια κρατική ενίσχυση που εξαρτάται από προϋποθέσεις, όρια και διαθέσιμους πόρους. Ωστόσο, με το νέο σχήμα, η πολιτεία καλείται να απαντήσει αν θέλει απλώς να μειώσει το κόστος μετά την καταστροφή ή να σχεδιάσει παράλληλα ένα πιο καθαρό και θετικό κίνητρο, ώστε η ασφάλιση επιχειρήσεων να γίνει πραγματική προτεραιότητα πριν την κρίση — και όχι μια επιλογή που μοιάζει να «τιμωρείται» τη στιγμή που θα χρειαστεί.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή