«Με απείλησαν με σούβλα»: Ο Βρετανός που συνελήφθη για την κλοπή των €100.000 στη Ρόδο λέει ότι εξαναγκάστηκε να βοηθήσει
Με μια εκτενή και λεπτομερή αφήγηση, που ξεκινά από μια τυχαία κουβέντα σε κατάστημα του Φαληρακίου τον περασμένο χειμώνα και καταλήγει σε απειλές για τη ζωή του ίδιου και της κόρης του, ο 63χρονος Βρετανός υπήκοος που φέρεται ως ο εγκέφαλος της κλοπής χρηματοκιβωτίου με περίπου 100.000 ευρώ και 1.200 λίρες Αγγλίας από οικία ομοεθνούς του επιχείρησε να πείσει την Ανακρίτρια Ρόδου ότι υπήρξε θύμα εκβιασμού και όχι συνεργός.
Η απολογία του, με την οποία αρνήθηκε τις αποδιδόμενες σε αυτόν κακουργηματικές πράξεις της διακεκριμένης κλοπής από κοινού και της εγκληματικής οργάνωσης, δεν έπεισε ωστόσο Ανακρίτρια και Εισαγγελέα, οι οποίοι διέταξαν την προσωρινή του κράτηση.
Η γνωριμία με το θύμα και η κουβέντα για τα 150.000 ευρώ
Σύμφωνα με πληροφορίες της «δημοκρατικής», ο 63χρονος περιέγραψε στην απολογία του με κάθε λεπτομέρεια το ιστορικό της γνωριμίας του με τον 41χρονο παθόντα, επίσης Βρετανό υπήκοο. Όπως ανέφερε, ζει στην Ελλάδα εδώ και 2 χρόνια περίπου, διαμένοντας σε ξενοδοχείο του Φαληρακίου όπου εδρεύει και η εταιρεία του, με αντικείμενο τη μεταφορά τουριστών. Προηγουμένως ζούσε με τη μητέρα του στην Αγγλία και εργαζόταν ως πωλητής σε εταιρεία πώλησης μετάλλων, ενώ έχει 2 κόρες και ενα γιο που διαμένουν στη χώρα του.
Τον παθόντα, όπως υποστήριξε, τον γνώρισε μέσω ημεδαπού φίλου του περί τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 2026. Εκείνος είχε χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες μεταφοράς της εταιρείας του και είχε σχεδιάσει την ιστοσελίδα της επιχείρησής του. Μάλιστα, κατά τους ισχυρισμούς του, το ίδιο το θύμα του είχε αναφέρει ότι διέθετε χρήματα και του είχε προτείνει να του δώσει 220.000 ευρώ σε μετρητά, με αντάλλαγμα να του πιστωθεί το αντίστοιχο ποσό σε λίρες σε λογαριασμό του στην Αγγλία, διευκρινίζοντας πάντως ότι δεν είχε το ποσό αυτό σε μετρητά στο σπίτι του.
Το κρίσιμο επεισόδιο, κατά την αφήγησή του, εκτυλίχθηκε τον Μάρτιο του 2026 σε κατάστημα της περιοχής, όπου βρισκόταν με παρέα και σε διπλανό τραπέζι καθόταν ο παθών. Όπως διατείνεται, ο 61χρονος συγκατηγορούμενός του, ο οποίος βρισκόταν τότε στη Ρόδο, του είπε ότι άκουσε τον παθόντα να λέει ότι έχει στο σπίτι του 150.000 ευρώ. Δύο ημέρες αργότερα, ο ίδιος άνδρας εμφανίστηκε στο διαμέρισμά του και του ανακοίνωσε ότι έμαθε πού μένει το μελλοντικό θύμα. Έκτοτε, όπως ισχυρίζεται, δεν τον ξαναείδε μέχρι τον Ιούνιο.
Η σούβλα στον αυχένα και οι απειλές για την κόρη του
Ο 63χρονος τοποθέτησε την κορύφωση του εξαναγκασμού του στις ημέρες που προηγήθηκαν της κλοπής. Όπως ανέφερε, τον Ιούνιο ο 61χρονος επέστρεψε στη Ρόδο με τη σύντροφό του, συνοδευόμενος από τον 36χρονο συγκατηγορούμενο και τη δική του σύντροφο. Μετά από 4 ημέρες διαμονής στο νησί, του ζήτησαν να τους μεταφέρει στο αεροδρόμιο. Οι γυναίκες αναχώρησαν, οι 2 άνδρες ωστόσο του ζήτησαν να τους επιστρέψει στο ξενοδοχείο τους. Την επόμενη ημέρα, όπως υποστηρίζει, του αποκάλυψαν ότι σχεδίαζαν να μπουν στο σπίτι του παθόντος.
«Τους είπα ότι δεν θέλω να έχω καμία ανάμειξη με αυτό» φέρεται να δήλωσε στην Ανακρίτρια. Τότε, κατά τους ισχυρισμούς του, ο 36χρονος τον απείλησε με μια σούβλα μπάρμπεκιου, την οποία έβαλε στον αυχένα του, λέγοντάς του ότι εάν δεν τους βοηθήσει θα κάνουν κακό στην κόρη του και στον γαμπρό του. Του ζήτησαν να χρησιμοποιήσουν το αυτοκίνητό του και τον προειδοποίησαν ότι θα τον καλούσαν κάποια στιγμή.
Το βράδυ της κλοπής
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε ο κατηγορούμενος στο επίμαχο βράδυ της 22ας Ιουνίου 2026, όταν βρέθηκε να δειπνεί στο ίδιο τραπέζι με το θύμα σε παραλιακό κατάστημα εστίασης του Φαληρακίου, την ώρα που οι δράστες παραβίαζαν την οικία του. Ο ίδιος επέμεινε ότι η συνάντηση ήταν εντελώς τυχαία. Όπως ανέφερε, το ίδιο βράδυ βγήκε για φαγητό με την κόρη του και στο κατάστημα συνάντησε συμπτωματικά τον παθόντα και τη σύντροφό του, χωρίς να ειδοποιήσει τους συγκατηγορουμένους του ότι βρίσκεται μαζί του. Εκείνοι ωστόσο, κατά την αφήγησή του, τον είδαν και τον ρώτησαν γιατί δεν τους ενημέρωσε, λέγοντάς του ότι πάνε να κάνουν την κλοπή και ότι όφειλε να τους ειδοποιήσει όταν το θύμα θα έφευγε από το μαγαζί, ειδάλλως θα έκαναν κακό στην κόρη του.
Κατά τις 22:00, όπως ισχυρίζεται, τον κάλεσαν και του ζήτησαν να τους συναντήσει σε σημείο στον κεντρικό δρόμο του Φαληρακίου, τον οδήγησαν σε άλλο δρόμο, όπου τον απείλησαν εκ νέου και του είπαν να κάνει ό,τι του ζητήσουν. «Εγώ τους πήγα πίσω στο σημείο, απ’ όπου τους πήρα, και επέστρεψα στο κατάστημα. Δεν ανέφερα τίποτα στο θύμα για την κλοπή» φέρεται να ανέφερε στην απολογία του. Όταν επέστρεψε στην οικία του θύματος γύρω στις 23:30, διαπίστωσε ότι οι συγκατηγορούμενοί του δεν ήταν εκεί, ενώ αργότερα το ίδιο βράδυ ο παθών τον ενημέρωσε ότι είχε γίνει διάρρηξη και μετέβη ξανά στο σημείο για να δει το σπίτι.
Η τσάντα με τα χρήματα και το «χρέος» των 33.000 ευρώ
Η αφήγηση του 63χρονου συνεχίστηκε με όσα φέρεται να ακολούθησαν την επομένη της κλοπής. Στις 11:00 το πρωί, όπως υποστήριξε, τον κάλεσε ο 61χρονος και του είπε ότι το θύμα «είναι ένας παλιοψεύτης», καθώς ενώ είχε πει ότι στο σπίτι του υπήρχαν 150.000 ευρώ, στην πραγματικότητα υπήρχαν 33.000 ευρώ, τις οποίες και πήραν, χωρίς όμως να πάρουν τίποτα άλλο. Μια ώρα αργότερα, κατά τους ισχυρισμούς του, συνάντησε τους συγκατηγορουμένους του, τους μετέφερε από το ξενοδοχείο τους στο κέντρο της Ρόδου και εκείνοι του άφησαν μια τσάντα με 30.000 ευρώ, λέγοντάς του ότι εντός της επόμενης εβδομάδας θα έστελναν κάποιον να την παραλάβει. Η τσάντα αυτή, όπως σημείωσε, κατασχέθηκε από την αστυνομία, με τις αρχές να έχουν καταγράψει το ευρεθέν ποσό στα 27.730 ευρώ.
Τρεις ημέρες αργότερα, όπως ανέφερε, ο 61χρονος τον κάλεσε εκ νέου και του είπε ότι θα περνούσε ένας φίλος του για τα χρήματα, με τον ίδιο να του απαντά ότι τα είχε ήδη παραδώσει στην αστυνομία. Έκτοτε, όπως υποστήριξε, δεν έχει ξαναμιλήσει με τους συγκατηγορουμένους του. Οι απειλές ωστόσο, κατά την αφήγησή του, δεν σταμάτησαν. Ένας κοινός φίλος τους φέρεται να του μετέφερε μήνυμα του 61χρονου ότι εάν δώσει τα ονόματά τους στην αστυνομία θα κάνει κακό στην κόρη του, καθώς και ότι του «χρωστάει» 33.000 ευρώ, τα οποία θα πάρουν από εκείνον «με κάθε τρόπο». Ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι διαθέτει μάρτυρες που μπορούν να επιβεβαιώσουν τα λεγόμενά του, ενώ τα γνωρίζει και η κόρη του, την οποία ενημέρωσε καθώς τον είδε αναστατωμένο.
Η δήλωση του συνηγόρου υποστήριξης της κατηγορίας
Δυναμική είναι η στάση της πλευράς του παθόντος, ο οποίος έχει δηλώσει υποστήριξη της κατηγορίας. Ο συνήγορός του, δικηγόρος κ. Δημήτρης Γεωργακόπουλος, προέβη στην ακόλουθη δήλωση: «Το θύμα έχει δηλώσει υποστήριξη της κατηγορίας και παρίσταται σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Θα προβούμε σε όλες τις προβλεπόμενες νόμιμες ενέργειες, τόσο για να επιστραφούν στον εντολέα μας τα χρήματά του στο ακέραιο, όσο και για να επιβληθεί στους κατηγορουμένους η μέγιστη ποινή που προβλέπει ο νόμος».
Το παρασκήνιο της υπόθεσης
Η κλοπή σημειώθηκε το βράδυ της 22ας Ιουνίου 2026 στο Φαληράκι, όταν μέσα σε 36 λεπτά 2 άνδρες παραβίασαν την εξώπορτα της ισόγειας οικίας του 41χρονου Βρετανού και αφαίρεσαν μικρό χρηματοκιβώτιο με περίπου 100.000 ευρώ και 1.200 λίρες Αγγλίας, καθώς και έναν φορητό υπολογιστή. Ο παθών φύλασσε τα χρήματα στο σπίτι του με σκοπό την αγορά κατοικίας.
Η κατηγορία αντιτείνει στην εκδοχή του εξαναγκασμού μια σειρά από στοιχεία που, όπως υποστηρίζει, αναδεικνύουν τον 63χρονο σε βασικό δημιουργό του σχεδίου. Στο διάστημα των 2 ημερών που μεσολάβησε από την ισχυριζόμενη απειλή έως την κλοπή, ουδέποτε απευθύνθηκε στην Αστυνομία ούτε ενημέρωσε πρόσωπο του περιβάλλοντός του. Αντιθέτως, διέθεσε τα 2 οχήματα που χρησιμοποιήθηκαν στην επιχείρηση, εξασφάλισε το οίκημα που λειτούργησε ως ορμητήριο των δραστών και, όπως προκύπτει από το βιντεοληπτικό υλικό, απουσίαζε από το κατάστημα εστίασης ακριβώς στο κρίσιμο διάστημα κατά το οποίο φέρεται να παρέλαβε και να οδήγησε τους φυσικούς αυτουργούς στο σημείο. Επισημαίνεται ακόμη ότι θα συνιστούσε παράλογη συμπεριφορά εκ μέρους των 2 συγκατηγορουμένων να εμπιστευθούν τη φύλαξη σημαντικού μέρους της λείας σε άνθρωπο που κατά τους ισχυρισμούς του είχαν απειλήσει και εξαναγκάσει.
Οι 2 φερόμενοι ως φυσικοί αυτουργοί, Βρετανοί ηλικίας 61 και 36 ετών, είχαν φθάσει στο νησί στις 18 Ιουνίου 2026 και αναχώρησαν εσπευσμένα το βράδυ της 23ης Ιουνίου, μολονότι διέθεταν προπληρωμένα εισιτήρια επιστροφής για μεταγενέστερες ημερομηνίες. Σε βάρος τους έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για τις ίδιες κακουργηματικές πράξεις και αναζητούνται από τις αρχές, ενώ στον τόπο του εγκλήματος εντοπίστηκαν τμήματα δακτυλικών και παλαμικών αποτυπωμάτων, με τα αποτελέσματα της εργαστηριακής εξέτασης να αναμένονται.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης