Κυριακή, 23 Αυγούστου 2026

Γυναικοκτονίες: Τα «κόκκινα σημάδια» πριν από την κορύφωση της βίας – Τι δείχνει η ανάλυση για τη Νέα Σμύρνη

Μια ακόμη γυναικοκτονία φέρνει ξανά στο επίκεντρο την έμφυλη και συντροφική βία και, κυρίως, τα προειδοποιητικά σημάδια που συχνά προηγούνται πριν η βία φτάσει στην πιο ακραία της μορφή. Οι γυναικοκτονίες δεν είναι, όπως συχνά πιστεύεται, ένα «ξέσπασμα της στιγμής» που δεν μπορούσε να προβλεφθεί. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις αποτελούν την κορύφωση μιας διαδρομής ελέγχου, κτητικότητας και εξουσιαστικής συμπεριφοράς, η οποία χτίζεται σταδιακά μέσα στη σχέση και γίνεται ολοένα πιο ασφυκτική για το θύμα.

Όπως έχει επισημάνει στο ΕΡΤnews και την εκπομπή «ΕΡΤ Επικαιρότητα» η εγκληματολόγος και ειδικός σε θέματα ασφάλειας Μαρία Αλβανού, η απουσία επίσημων καταγγελιών δεν σημαίνει ότι δεν προηγήθηκε βία. Στην εγκληματολογία γίνεται λόγος για τον «σκοτεινό αριθμό» της εγκληματικότητας: τα περιστατικά που δεν δηλώνονται στις αρχές, δεν καταγράφονται και, επομένως, δεν αποτυπώνονται στις στατιστικές. Αυτός ο αόρατος όγκος περιστατικών εξηγεί γιατί πολλές γυναικοκτονίες μοιάζουν εκ των υστέρων «αναπάντεχες», ενώ στην πραγματικότητα είχαν προηγηθεί ενδείξεις που είτε δεν αναγνωρίστηκαν είτε υποτιμήθηκαν.

Γυναικοκτονίες: Τα «κόκκινα σημάδια» που δεν πρέπει να αγνοούμε

Στα βασικά «κόκκινα σημάδια» περιλαμβάνεται πρώτα απ’ όλα η απομόνωση. Ο δράστης επιχειρεί να αποκόψει τη γυναίκα από φίλους, οικογένεια και υποστηρικτικά δίκτυα, συχνά με τρόπο που παρουσιάζεται ως «ενδιαφέρον» ή «προστασία». Μπορεί να ελέγχει τις μετακινήσεις, τις επικοινωνίες, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή να δημιουργεί εντάσεις κάθε φορά που εκείνη θέλει να βγει, να εργαστεί ή να συναντήσει ανθρώπους. Η απομόνωση δεν είναι απλώς μια δυσάρεστη συμπεριφορά· είναι μηχανισμός ελέγχου που μειώνει τις πιθανότητες το θύμα να μιλήσει, να ζητήσει βοήθεια ή να βρει ασφαλή διέξοδο.

Εξίσου κρίσιμος είναι ο οικονομικός περιορισμός, που συχνά οδηγεί σε σχέση εξάρτησης. Ο έλεγχος του εισοδήματος, η απαγόρευση εργασίας, η «διαχείριση» των χρημάτων από τον σύντροφο ή η υποτίμηση των επαγγελματικών δυνατοτήτων της γυναίκας αποτελούν μορφές οικονομικής βίας. Όταν μια γυναίκα νιώθει ότι δεν μπορεί να σταθεί μόνη της οικονομικά, η αποχώρηση από μια επικίνδυνη σχέση γίνεται δυσκολότερη, ακόμη κι αν η απειλή είναι ορατή.

Στην ίδια αλυσίδα εντάσσεται η ψυχολογική βία: συνεχής υποτίμηση, ειρωνεία, προσβολές, αμφισβήτηση της κρίσης της γυναίκας, «τιμωρητική» σιωπή, απειλές ή εναλλαγές τρυφερότητας και επιθετικότητας που μπερδεύουν το θύμα και το κρατούν δεμένο στη σχέση. Συχνά η γυναίκα αρχίζει να αμφισβητεί την αντίληψή της για τα γεγονότα, να νιώθει ενοχή ή να πιστεύει ότι «υπερβάλλει». Όμως η συστηματική διάβρωση της αυτοπεποίθησης δεν είναι απλή «ζήλια» ή «κακός χαρακτήρας»· είναι μέρος μιας δομής εξουσίας μέσα στη σχέση.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αμφισβήτηση της αυτονομίας: ο σύντροφος απαιτεί να έχει τον τελευταίο λόγο για το τι θα φορέσει, με ποιους θα μιλήσει, πού θα πάει, αν θα συνεχίσει σπουδές ή εργασία. Αυτές οι συμπεριφορές παρουσιάζονται πολλές φορές ως «πάθος», όμως στην πραγματικότητα δείχνουν κτητικότητα και ανάγκη κυριαρχίας. Εκεί ακριβώς βρίσκεται το επικίνδυνο υπόστρωμα που, σε ορισμένες περιπτώσεις, οδηγεί σε γυναικοκτονίες.

Όταν η ανθρωποκτονία ακολουθείται από αυτοκτονία

Συχνά, μετά από γυναικοκτονίες, καταγράφονται περιστατικά στα οποία ο δράστης αυτοκτονεί. Όπως τονίζει η εγκληματολόγος, η αυτοχειρία δεν πρέπει να ερμηνεύεται αποκλειστικά ως αποτέλεσμα ψυχιατρικών χαρακτηριστικών, ούτε να λειτουργεί ως «εξήγηση» που αποσυνδέει την πράξη από το πλαίσιο της έμφυλης βίας. Σε αρκετές περιπτώσεις, η αυτοκτονία εντάσσεται στην ίδια λογική ελέγχου: αδυναμία αποδοχής της απώλειας εξουσίας, αίσθηση ιδιοκτησίας πάνω στο θύμα, τιμωρητική διάθεση και ένα κτητικό «αν δεν είσαι δική μου, δεν θα είσαι κανενός». Πρόκειται για συμπεριφορές που δεν εμφανίζονται ξαφνικά, αλλά συχνά προϋπάρχουν ως στάση ζωής και σχέσης.

Τι δείχνει η ανάλυση για τη Νέα Σμύρνη: ο ρόλος του προσχεδιασμού

Στην υπόθεση της Νέας Σμύρνης, σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία της έρευνας, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα το στοιχείο του προσχεδιασμού. Η ενέδρα που φέρεται να έστησε ο δράστης δεν παραπέμπει σε ένα περιστατικό που ξέφυγε «στην ένταση της στιγμής», αλλά σε πράξη που φαίνεται να είχε προετοιμαστεί. Αυτή η διάσταση είναι καθοριστική γιατί αποδομεί το συχνό κοινωνικό αφήγημα περί «κακιάς ώρας» και αναδεικνύει ότι οι γυναικοκτονίες μπορεί να αποτελούν συνειδητή κλιμάκωση μιας ήδη υπάρχουσας δυναμικής βίας και ελέγχου.

Η έμφυλη βία, άλλωστε, δεν είναι ατομική «παρεκτροπή» αποκομμένη από την κοινωνία. Είναι ευρύτερο κοινωνικό φαινόμενο, που τροφοδοτείται από αντιλήψεις γύρω από ρόλους φύλου, ανισότητες, στερεότυπα και την ιδέα ότι ο έλεγχος μπορεί να βαφτιστεί «αγάπη». Πίσω από πολλές γυναικοκτονίες βρίσκονται ακριβώς αυτές οι βαθύτερες αντιλήψεις για εξουσία, κτητικότητα και «δικαίωμα» πάνω στη ζωή του άλλου.

Ο ρόλος του κοινωνικού περιβάλλοντος και η παγίδα της ενοχοποίησης

Το κοινωνικό περιβάλλον μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά, αλλά μπορεί και να επιδεινώσει την κατάσταση. Όταν επικρατούν αντιλήψεις του τύπου «κάτι θα έκανε», «ας πρόσεχε» ή «έτσι είναι οι σχέσεις», το θύμα ενοχοποιείται και αποθαρρύνεται από το να ζητήσει βοήθεια. Η κανονικοποίηση του ελέγχου και της ζήλιας ως «σημάδια έρωτα» δημιουργεί ένα πέπλο ανοχής γύρω από τη βία και καθυστερεί την παρέμβαση.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η συζήτηση για τη νομική κατοχύρωση του όρου «γυναικοκτονία». Δεν αφορά μόνο το ύψος της ποινής. Μια ειδική νομική αναγνώριση μπορεί να λειτουργήσει και ως ισχυρό μήνυμα προς την κοινωνία: ότι δεν μιλάμε απλώς για «μεμονωμένες ανθρωποκτονίες», αλλά για εγκλήματα που συνδέονται με την έμφυλη βία και συγκεκριμένα κοινωνικά χαρακτηριστικά.

Η πρόληψη απαιτεί έγκαιρη αναγνώριση των «κόκκινων σημαιών», ενίσχυση των δομών υποστήριξης και ένα περιβάλλον όπου μια γυναίκα μπορεί να μιλήσει χωρίς φόβο, ντροπή ή κατηγορία. Όσο αντιμετωπίζουμε τις γυναικοκτονίες ως ανεξήγητες εξαιρέσεις, χάνουμε την ευκαιρία να δούμε το μοτίβο που προηγείται. Όταν, όμως, αναγνωρίζουμε εγκαίρως την απομόνωση, τον έλεγχο, την οικονομική εξάρτηση και την ψυχολογική κακοποίηση, κάνουμε το πιο κρίσιμο βήμα: να διακόψουμε την κλιμάκωση πριν η βία γίνει μοιραία.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή