Κυριακή, 23 Αυγούστου 2026

Το χρέος των ΗΠΑ εκτοξεύτηκε πάνω από τα 40 τρισ. δολάρια

Τις τελευταίες ημέρες, το κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων παγκοσμίως ανεβαίνει με ρυθμό που θυμίζει άλλες περιόδους έντασης στις αγορές. Οι επενδυτές ζητούν υψηλότερες αποδόσεις για να κρατήσουν κρατικά ομόλογα, καθώς βλέπουν να συσσωρεύονται κίνδυνοι που δεν είναι πια προσωρινοί: γεωπολιτικές συγκρούσεις, δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις, αλλά και οι απρόβλεπτες συνέπειες των ταχύτατων τεχνολογικών μεταβολών στις οικονομίες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η είδηση ότι το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ εκτοξεύτηκε πάνω από τα 40 τρισ. δολάρια λειτουργεί σαν «καμπανάκι» όχι μόνο για την Ουάσινγκτον, αλλά και για την Ευρώπη, που ανταγωνίζεται την αμερικανική αγορά για το ίδιο παγκόσμιο απόθεμα αποταμιεύσεων.

Ο ανταγωνισμός αυτός έγινε αισθητά πιο σκληρός φέτος. Δεν είναι μόνο οι κυβερνήσεις που δανείζονται περισσότερο∙ και οι αμερικανικοί τεχνολογικοί κολοσσοί προχωρούν σε τεράστιες εκδόσεις χρέους, αναζητώντας κεφάλαια για επενδύσεις που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη. Όταν το κράτος και ο ιδιωτικός τομέας μιας υπερδύναμης «τραβούν» ρευστότητα ταυτόχρονα, το αποτέλεσμα είναι συνήθως ένα: ακριβότερο χρήμα για όλους τους υπόλοιπους.

Το χρέος των ΗΠΑ εκτοξεύτηκε πάνω από τα 40 τρισ. δολάρια και αλλάζει τους κανόνες

Η εκτίναξη του αμερικανικού χρέους πάνω από το συμβολικό (και πολιτικά φορτισμένο) όριο των 40 τρισ. δολαρίων έρχεται σε μια συγκυρία όπου οι αγορές έχουν πάψει να θεωρούν δεδομένο ότι οι αυξήσεις επιτοκίων θα αντιστραφούν γρήγορα. Οι φόβοι για επίμονες πληθωριστικές πιέσεις και για διαρκώς διευρυνόμενα ελλείμματα κάνουν τους επενδυτές πιο απαιτητικούς: ζητούν μεγαλύτερη απόδοση για να «κλειδώσουν» τα χρήματά τους σε μακροπρόθεσμους τίτλους.

Ενδεικτικό είναι ότι η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου αναφοράς ανέβηκε στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 19 ετών, μεταφέροντας κραδασμούς σε όλο το διεθνές σύστημα. Όταν ανεβαίνει το κόστος χρηματοδότησης της Ουάσινγκτον, αυξάνεται έμμεσα και το «κατώφλι» αποδόσεων που απαιτούν οι επενδυτές από άλλες χώρες. Με απλά λόγια: αν τα αμερικανικά ομόλογα πληρώνουν περισσότερο, τότε για να προσελκύσουν κεφάλαια οι υπόλοιπες κυβερνήσεις πρέπει συχνά να πληρώσουν ακόμη περισσότερο.

Αυτό φάνηκε άμεσα στην Ευρώπη. Το κόστος δανεισμού της Γερμανίας για το 10ετές ομόλογο —ο τίτλος που λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής αγοράς— έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο από το 2011. Η άνοδος αυτή δεν είναι ένα τεχνικό συμβάν χωρίς συνέπειες: επηρεάζει την τιμολόγηση του χρήματος σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά και πιέζει τους προϋπολογισμούς, καθώς τα κράτη καλούνται να αναχρηματοδοτήσουν παλαιότερο χρέος με σαφώς ακριβότερους όρους.

Πίεση στους προϋπολογισμούς και πολιτική τριβή στην Ευρώπη

Σε αυτό το περιβάλλον, πολλές κυβερνήσεις της ΕΕ ενδέχεται να βρεθούν μπροστά σε δυσάρεστες επιλογές: αυξήσεις φόρων ή περικοπές δαπανών, την ώρα που επιδιώκουν να ενισχύσουν τις αμυντικές τους δυνατότητες. Το μείγμα είναι πολιτικά εκρηκτικό, ειδικά σε χώρες όπου πλησιάζουν εκλογικές αναμετρήσεις.

Στη Γαλλία, η συζήτηση έχει ήδη πάρει έντονο πολιτικό χρώμα. Η Μαρίν Λεπέν εκμεταλλεύεται την άνοδο των αποδόσεων για να επιτεθεί στον «μακρονισμό», μιλώντας για «αδυσώπητη αποτίμηση» της τελευταίας δεκαετίας και καλώντας σε «καθάρισμα των στάβλων του Αυγεία», χωρίς ωστόσο να αποσαφηνίζει το πρακτικό σχέδιο. Από την άλλη πλευρά, ο πρώην υπουργός Οικονομικών Μπρουνό Λεμέρ αντέτεινε πως η αντιπολίτευση έχει επανειλημμένα μπλοκάρει προσπάθειες περιορισμού των ελλειμμάτων, υπενθυμίζοντας ότι στο παρελθόν απορρίφθηκαν κρίσιμες μεταρρυθμίσεις, όπως η συνταξιοδοτική.

Πέρα από την πολιτική αντιπαράθεση, υπάρχει ένας πιο «ψυχρός» μηχανισμός που δεν συγχωρεί: η εμπιστοσύνη των επενδυτών. Όταν μια χώρα δεν πείθει ότι μπορεί να βάλει σταθερά το δημοσιονομικό της σπίτι σε τάξη, οι αγορές ζητούν υψηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου. Αυτό μεταφράζεται σε ακριβότερα ομόλογα και, τελικά, σε λιγότερο χώρο για κοινωνικές πολιτικές, επενδύσεις ή φοροελαφρύνσεις.

Η εκτόξευση του δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και το τέλος του «δωρεάν χρήματος»

Η Ευρώπη, βέβαια, δεν ξεκινά από μηδενική βάση. Τα τελευταία 20 χρόνια, τα δημόσια χρέη αυξήθηκαν σημαντικά, με κρίσεις όπως η χρηματοπιστωτική αναταραχή του 2008 και η πανδημία να επιταχύνουν μια ήδη αρνητική τάση. Παράλληλα, οι δαπάνες για υγεία και συντάξεις διογκώνονται λόγω γήρανσης του πληθυσμού — μια μακροχρόνια πίεση που δεν λύνεται με ένα μόνο μέτρο.

Το δημόσιο χρέος της ευρωζώνης συνολικά αυξήθηκε από περίπου 66% του ΑΕΠ το 2007 σε λίγο κάτω από 88% πέρυσι, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι βραχυπρόθεσμα θα συνεχίσει να ανεβαίνει, καθώς τα ελλείμματα ανοίγουν ξανά υπό την πίεση των γεωπολιτικών εξελίξεων.

Η μεγάλη διαφορά σε σχέση με το παρελθόν είναι ότι τελείωσε η εποχή των σχεδόν μηδενικών επιτοκίων. Από το 2009 έως το 2022, η ΕΚΤ διατηρούσε το κόστος χρήματος χαμηλά, επιτρέποντας στα κράτη να εξυπηρετούν μεγάλα χρέη με σχετικά περιορισμένο τόκο. Με τον πληθωρισμό να επιστρέφει και την ενεργειακή αστάθεια να κρατά τις τιμές σε εγρήγορση, η εξίσωση αλλάζει. Η ΕΚΤ έχει ήδη προχωρήσει σε αύξηση επιτοκίων φέτος, ενώ αρκετοί αναλυτές βλέπουν πιθανές πρόσθετες κινήσεις έως το τέλος του έτους.

Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Η INSEE εκτιμά ότι οι δαπάνες της Γαλλίας για τόκους θα μπορούσαν να υπερτετραπλασιαστούν μέσα στη δεκαετία: από περίπου 30 δισ. ευρώ το 2020 σε 124 δισ. ευρώ το 2030. Πρόκειται για πόρους που, σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε νοσοκομεία, υποδομές, παιδεία ή στοχευμένες μειώσεις φόρων.

Ιταλία, Ισπανία και η εύθραυστη ισορροπία πριν από τις κάλπες

Η Γαλλία δεν είναι η μόνη που πιέζεται. Η Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία και ο Πέδρο Σάντσεθ στην Ισπανία οδεύουν επίσης σε εκλογικές αναμετρήσεις, ενώ κάλπες προγραμματίζονται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η κάθε περίπτωση έχει ιδιαιτερότητες: στην Ιταλία, το κόστος νέου δανεισμού δεν διαφέρει τόσο δραματικά από το παρελθόν, ενώ στην Ισπανία η αύξηση του πληθυσμού και του ΑΕΠ, εν μέρει λόγω μεταναστευτικής πολιτικής, βοηθά να «απλωθεί» το βάρος του χρέους σε μεγαλύτερη παραγωγική βάση. Σύμφωνα με την Κομισιόν, το ισπανικό χρέος αναμένεται να πέσει κάτω από το 100% του ΑΕΠ.

Παρά τις ανησυχίες, η επικρατούσα εκτίμηση παραμένει ότι η Ευρώπη δεν βρίσκεται ακόμη στο κατώφλι μιας νέας κρίσης χρέους. Το συνολικό δημοσιονομικό έλλειμμα της ευρωζώνης είναι σημαντικά χαμηλότερο από των ΗΠΑ, ενώ μετά το 2010 η ΕΕ και η ΕΚΤ έχουν κλείσει θεσμικά και κανονιστικά κενά που τότε επιδείνωσαν την κρίση.

Ωστόσο, η προειδοποίηση του Ολιβιέ Μπλανσάρ, πρώην επικεφαλής οικονομολόγου του ΔΝΤ, προσθέτει ένα κρίσιμο στοιχείο ρεαλισμού: υπάρχει μια «ζώνη κινδύνου», όπου η έκβαση εξαρτάται όσο από τα θεμελιώδη μεγέθη, άλλο τόσο και από τη διάθεση των επενδυτών. Σε αυτή τη ζώνη, μια αλλαγή κλίματος μπορεί να μετατραπεί γρήγορα σε αυτοτροφοδοτούμενη πίεση.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή