Το χρέος των ΗΠΑ ξεπέρασε τα 40 τρισ. δολάρια, διπλασιάστηκε επί των ημερών Τραμπ και Μπάιντεν
Το συνολικό χρέος των ΗΠΑ ξεπέρασε τα 40 τρισ. δολάρια για πρώτη φορά, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών την Τετάρτη (19.8.2026). Η εξέλιξη αυτή αναζωπυρώνει τις ανησυχίες για μια δημοσιονομική κρίση που ωριμάζει εδώ και χρόνια, καθώς το κόστος για τα προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης και κυρίως οι πληρωμές τόκων αυξάνονται με ρυθμούς πολύ ταχύτερους από τα έσοδα, τα οποία παραμένουν υπό πίεση εν μέσω φορολογικών περικοπών και επίμονων ανισορροπιών μεταξύ φόρων και δαπανών.
Σύμφωνα με το Υπουργείο Οικονομικών, το συνολικό δημόσιο χρέος των ΗΠΑ που εκκρεμεί ανήλθε στα 40,047 τρισ. δολάρια. Από αυτά, τίτλοι του Δημοσίου που κατέχει το ευρύ κοινό ανέρχονται σε 32,266 τρισ. δολάρια, ενώ οι διακυβερνητικές υποχρεώσεις (χρέη εντός της κεντρικής διοίκησης) φτάνουν τα 7,782 τρισ. δολάρια. Πίσω από τους αριθμούς, όμως, βρίσκεται ένα κρίσιμο ερώτημα: πόσο διαχειρίσιμο είναι ένα τόσο μεγάλο βάρος σε ένα περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων και αυξημένων γεωπολιτικών και οικονομικών κινδύνων;
Το συνολικό χρέος των ΗΠΑ και η εκρηκτική αύξηση της τελευταίας δεκαετίας
Το συνολικό χρέος των ΗΠΑ έχει πλέον υπερδιπλασιαστεί σε λιγότερο από μία δεκαετία. Τον Ιανουάριο του 2017, όταν ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ορκίστηκε για πρώτη φορά, το χρέος βρισκόταν στα 19,95 τρισ. δολάρια. Από τότε, η τροχιά του ήταν σταθερά ανοδική, με την πανδημία να λειτουργεί ως επιταχυντής.
Περίπου το ένα τρίτο της αύξησης αποδίδεται στα δύο χρόνια εντατικού κρατικού δανεισμού που χρησιμοποιήθηκε για να χρηματοδοτηθεί η αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας, τόσο επί Τραμπ όσο και επί του πρώην προέδρου Τζο Μπάιντεν. Το υπόλοιπο, ωστόσο, δεν είναι συγκυριακό. Συνδέεται με επιλογές δημοσιονομικής πολιτικής και των δύο περιόδων διακυβέρνησης, αλλά και με μακροχρόνιες δομικές πιέσεις: γήρανση του πληθυσμού, αυξημένες δαπάνες υγείας, και ένα φορολογικό πλαίσιο που δυσκολεύεται να καλύψει το κόστος των δεσμεύσεων του κράτους.
Οι εποπτικές αρχές παρακολουθούσαν την υπέρβαση του ορίου των 40 τρισ. δολαρίων εδώ και εβδομάδες, εκδίδοντας αυστηρές προειδοποιήσεις για το ενδεχόμενο κλιμάκωσης μιας κρίσης χρέους, εάν οι νομοθέτες δεν αντιμετωπίσουν τη μη βιώσιμη δημοσιονομική προοπτική. Το δίλημμα, όπως επανέρχεται σταθερά στην αμερικανική πολιτική σκηνή, είναι απλό στη διατύπωση αλλά δύσκολο στην εφαρμογή: αύξηση φόρων, μείωση δαπανών ή ένας συνδυασμός των δύο.
Η Μάγια ΜακΓκινέας, πρόεδρος της μη κυβερνητικής οργάνωσης Committee for a Responsible Federal Budget (CRFB), προειδοποίησε ότι οι επιπτώσεις δεν μένουν στους ισολογισμούς της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Όπως δήλωσε στο Reuters, «σαράντα τρισεκατομμύρια δολάρια χρέους δεν υπάρχουν μόνο στα βιβλία της κυβέρνησης. Είναι αισθητό σε όλη την οικονομία και βρίσκει τον δρόμο του προς τις τσέπες των ανθρώπων με τον έναν ή τον άλλον τρόπο». Σε επόμενη δήλωσή της τόνισε ότι «όσο περισσότερο δανειζόμαστε, τόσο περισσότερο επιδεινώνουμε τον πληθωρισμό, παραμερίζουμε άλλες προτεραιότητες στον προϋπολογισμό και αφήνουμε τους εαυτούς μας ευάλωτους σε έκτακτες ανάγκες στο εσωτερικό και αναταραχές στο εξωτερικό».
Ενδεικτικό της ταχύτητας με την οποία κινείται το μέγεθος είναι ότι το ορόσημο των 40 τρισ. δολαρίων ήρθε σε λιγότερο από πέντε μήνες αφότου το χρέος άγγιξε τα 39 τρισ. δολάρια. Σε ακόμη μεγαλύτερο βάθος χρόνου, η κλιμάκωση είναι εντυπωσιακή: το χρέος έχει τετραπλασιαστεί σε λιγότερο από 20 χρόνια, ενώ έως το 1981 είχε φτάσει το 1 τρισ. δολάρια για πρώτη φορά.
Σήματα από τις αγορές: επιφυλακτικοί πιστωτές και υψηλότερες αποδόσεις
Οι παγκόσμιοι πιστωτές των ΗΠΑ εμφανίζονται ολοένα και πιο προσεκτικοί. Η ζήτηση από ξένους επενδυτές, οι οποίοι κατέχουν σχεδόν το ένα τρίτο των ομολόγων του αμερικανικού Δημοσίου, έχει μειωθεί τον τελευταίο χρόνο, στέλνοντας μηνύματα για το πώς αξιολογείται το ρίσκο και η ελκυστικότητα των αμερικανικών τίτλων σε μια περίοδο αυξημένων αποδόσεων.
Το κλίμα αποτυπώθηκε και στις πρόσφατες κινήσεις των αποδόσεων. Λίγες ημέρες μετά από δημοπρασία 30ετών ομολόγων αξίας 25 δισ. δολαρίων, η οποία ολοκληρώθηκε με την υψηλότερη απόδοση από το 2021, οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων έφτασαν την Τρίτη στα υψηλότερα επίπεδα εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες. Όταν το Δημόσιο δανείζεται ακριβότερα, το κόστος αυτό διαχέεται ευρύτερα: οι υψηλότερες αποδόσεις στα μακρά κρατικά ομόλογα τείνουν να ωθούν ανοδικά τα επιτόκια σε στεγαστικά δάνεια, δάνεια αυτοκινήτων και εμπορικά δάνεια, επηρεάζοντας επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Τα μέτρα Μπέσεντ και η πίεση για χαμηλότερα επιτόκια
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, την Τετάρτη (29.8.2026) ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, προχώρησε σε μια κίνηση που στόχευε να «ηρεμήσει» το μακρύ άκρο της καμπύλης αποδόσεων. Ανακοίνωσε διπλασιασμό των μεγεθών επαναγοράς για ομόλογα διάρκειας 10 έως 30 ετών, σε τουλάχιστον 4 δισ. δολάρια ανά πράξη, επιδιώκοντας να στηρίξει την αγορά και να συμβάλει στη συγκράτηση των αποδόσεων.
Την ίδια στιγμή, καθώς το βουνό του χρέους δεν δείχνει σημάδια υποχώρησης, ο Ντόναλντ Τραμπ επανέλαβε το πάγιο αίτημά του για χαμηλότερα επιτόκια. Ερωτηθείς στον Λευκό Οίκο αν οι Αμερικανοί πρέπει να ανησυχούν για την αστάθεια στην αγορά ομολόγων, απάντησε: «Δεν το νομίζω καθόλου. Νομίζω ότι έχουμε μια πολύ ισχυρή χώρα και τα βγάζουμε πέρα με αυτά τα γελοία επιτόκια – είναι γελοία. Κοιτάξτε, όταν η χώρα μας είναι ισχυρή, τα επιτόκια θα πρέπει να μειωθούν».
Το ορόσημο ότι το συνολικό χρέος των ΗΠΑ ξεπέρασε τα 40 τρισ. δολάρια δεν είναι απλώς ένας εντυπωσιακός αριθμός. Είναι ένας δείκτης που συμπυκνώνει τις πιέσεις του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού, τα όρια της πολιτικής συναίνεσης για φόρους και δαπάνες και τη διάθεση των αγορών να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν το αμερικανικό κράτος με λογικό κόστος. Αν το επόμενο διάστημα δεν υπάρξει αξιόπιστη δημοσιονομική στρατηγική, το συνολικό χρέος των ΗΠΑ κινδυνεύει να μεταφραστεί σε διαρκώς ακριβότερο δανεισμό, στενότερα περιθώρια πολιτικής και μεγαλύτερη πίεση στην πραγματική οικονομία.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης