Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2026

Γαλλία: Σε χημική υποταγή 250 γυναίκες από δημόσιο υπάλληλο – Τις νάρκωνε για να ουρήσουν πάνω τους

Σχεδόν 250 γυναίκες πιστεύουν ότι έπεσαν θύματα ενός δημοσίου υπαλλήλου σε υπουργείο της Γαλλίας, σε μια υπόθεση που φωτίζει με ανατριχιαστικό τρόπο τη λεγόμενη χημική υποταγή. Σύμφωνα με τις καταγγελίες, ο άνδρας φέρεται να χορηγούσε κρυφά διουρητικές ουσίες σε υποψήφιες κατά τη διάρκεια συνεντεύξεων εργασίας και στη συνέχεια να τις οδηγούσε σε δημόσιους χώρους, περιμένοντας μέχρι να μην μπορούν πια να ελέγξουν την ανάγκη τους να ουρήσουν. Τα περιστατικά που εξετάζονται εκτείνονται από το 2009 έως το 2018 και περιγράφονται ως μια μεθοδική πρακτική εξευτελισμού, που —όπως υποστηρίζουν οι παθούσες— είχε σαφή σεξουαλική διάσταση.

Ο Κριστιάν Νεγκρ, σήμερα άνω των 60 ετών, βρίσκεται υπό επίσημη έρευνα και αντιμετωπίζει κατηγορίες που περιλαμβάνουν χορήγηση ουσιών, παραβίαση της ιδιωτικής ζωής και σεξουαλική επίθεση, ενώ αναμένεται να δικαστεί. Δύο από τις γυναίκες που τον καταγγέλλουν, η Αναΐς ντε Βος και η Μαρί-Ελέν Μπρις, μίλησαν στο BBC για όσα έζησαν — και, κυρίως, για το πόσος χρόνος χρειάστηκε μέχρι να μάθουν ότι δεν ήταν μόνες.

Χημική υποταγή σε συνέντευξη εργασίας: «Δεν ένιωθα πια τα πόδια μου»

Ήταν Ιούλιος του 2011 όταν η Αναΐς ντε Βος, τότε 27 ετών, πέρασε την πόρτα του γαλλικού υπουργείου Πολιτισμού στο Παρίσι για μια συνέντευξη. Ο άνθρωπος που θα την αξιολογούσε ήταν ο Κριστιάν Νεγκρ, υψηλόβαθμος υπάλληλος. Της πρόσφερε καφέ. Εκείνη δεν συνήθιζε να πίνει, αλλά δέχθηκε από ευγένεια, αφού τον έφτιαξε ο ίδιος.

«Είχε άσχημη γεύση, οπότε ήπια περίπου τον μισό», θυμάται. Η συνέντευξη ξεκίνησε στο γραφείο, όμως πολύ γρήγορα ο Νεγκρ πρότεινε να συνεχίσουν έξω, κάνοντας έναν περίπατο. Η σκηνή έμοιαζε εκ πρώτης όψεως αθώα—μια “χαλαρή” κουβέντα για να φύγει το άγχος. Όμως, καθώς περπατούσαν στους δρόμους του Παρισιού, η Αναΐς ένιωσε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Ήμουν πραγματικά αδύναμη. Δεν ένιωθα καλά τα πόδια μου. Φοβόμουν. Δεν ήξερα τι συνέβαινε». Την ίδια στιγμή εμφανίστηκε μια ξαφνική, επιτακτική ανάγκη να ουρήσει, τόσο έντονη που δεν μπορούσε να τη διαχειριστεί. Του είπε ότι πρέπει να βρει τουαλέτα επειγόντως. Η απάντηση που, όπως περιγράφει, πήρε, την πάγωσε: «Με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια και είπε: “Α, θέλεις να κάνεις τσίσα;”».

Η Αναΐς λέει πως η στιγμή ήταν ταπεινωτική, σχεδόν αποπαιδικοποιητική. «Ένιωσα σαν παιδί. Θεώρησα πολύ περίεργο τον τρόπο που με κοιτούσε, σχεδόν με ευχαρίστηση». Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ο Νεγκρ την οδήγησε προς την πόρτα ενός αποθηκευτικού χώρου κάτω από γέφυρα στον Σηκουάνα. «Μπορείς να το κάνεις εδώ», της είπε. Εκείνη πανικοβλήθηκε, φανταζόμενη τι θα μπορούσε να ακολουθήσει πίσω από μια κλειστή πόρτα, σε ένα απομονωμένο σημείο. Αρνήθηκε και επέμεινε να συνεχίσουν.

Κατευθύνθηκαν προς το Λούβρο για να χρησιμοποιήσει τις τουαλέτες, όμως η είσοδος κόστιζε ένα ευρώ και εκείνη είχε αφήσει το πορτοφόλι της στο υπουργείο. Ο Νεγκρ της είπε ότι δεν είχε ούτε ο ίδιος χρήματα. Η ανάγκη είχε γίνει πόνος. Τελικά, βρήκε ένα καφέ που της επέτρεψε να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα, αλλά δεν πρόλαβε. Λίγο πριν φτάσει, έχασε τον έλεγχο και ούρησε πάνω της.

Δεκαπέντε χρόνια μετά, λέει πως βρίσκει μια πικρή παρηγοριά στο ότι αυτό δεν συνέβη μπροστά στον άνδρα που καταγγέλλει. «Τουλάχιστον δεν με είδε». Μετά από περίπου τρεις ώρες μαζί του, ήταν ζαλισμένη και εξαντλημένη. Δεν πήρε τη δουλειά. Και έφυγε με την αίσθηση ότι κάτι αφύσικο είχε συμβεί—χωρίς να μπορεί να το αποδείξει ή να το εξηγήσει.

Για μια στιγμή πέρασε από το μυαλό της ότι κάποιος είχε ρίξει κάτι στον καφέ. Όμως απέρριψε τη σκέψη ως υπερβολική. «Είναι το υπουργείο Πολιτισμού. Δεν είναι δυνατόν», είχε πει στον εαυτό της. Αυτή ακριβώς η αμφιβολία, όμως, είναι που κάνει τη χημική υποταγή τόσο ύπουλη: συχνά αφήνει το θύμα με θραύσματα μνήμης, ντροπή και ενοχές, αντί για βεβαιότητες.

Το περιστατικό, όπως λέει, επηρέασε την αυτοπεποίθησή της και την οδήγησε σε λιγότερο φιλόδοξη επαγγελματική πορεία. Μέχρι που, το 2019, έλαβε ένα γράμμα από την αστυνομία. Τότε έμαθε ότι οι Αρχές πίστευαν πως ήταν μία από σχεδόν 200 γυναίκες που ο Νεγκρ φερόταν να είχε ναρκώσει σε συνεντεύξεις. Έκτοτε εμφανίστηκαν δεκάδες ακόμη πιθανές παθούσες, ανεβάζοντας τον αριθμό κοντά στις 250. «Σοκαρίστηκα», λέει. «Αλλά χάρηκα που έμαθα ότι δεν ήμουν τρελή. Κάτι είχε όντως συμβεί εκείνη την ημέρα».

Το αρχείο «Experiments P» και ο φερόμενος μηχανισμός ελέγχου

Ακόμη πιο ανατριχιαστική ήταν η πληροφορία που, σύμφωνα με την Αναΐς, της αποκάλυψαν οι αστυνομικοί: στον υπολογιστή του Νεγκρ φέρεται να εντοπίστηκε αρχείο με τίτλο «Experiments P», όπου είχαν καταγραφεί γυναίκες που θεωρούνται πιθανά θύματα. Σύμφωνα με όσα περιέγραψε στο BBC, στο αρχείο σημειώνονταν λεπτομέρειες όπως η ώρα άφιξης στη συνέντευξη, η στιγμή χορήγησης του διουρητικού, ο χρόνος μέχρι να ουρήσει η γυναίκα, ακόμη και τι είδους εσώρουχα φορούσε.

Η έρευνα άρχισε τον Ιούνιο του 2018, όταν συνάδελφός του τον εντόπισε να φωτογραφίζει μία γυναίκα κάτω από τραπέζι, σύμφωνα με ανακοίνωση της εισαγγελίας. Αρχικά τέθηκε σε διαθεσιμότητα από τη θέση του ως περιφερειακού διευθυντή Πολιτιστικών Υποθέσεων και το 2019 απολύθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού. Οι εισαγγελείς αναφέρουν ότι το 2018 είχε πει στους ερευνητές πως είχε «επιβάλει ταπεινωτικές καταστάσεις σε γυναίκες» κατά τη διάρκεια συνεντεύξεων εργασίας.

«Δεν έπαιρνε τα μάτια του από πάνω μου»

Παρόμοια είναι η μαρτυρία της Μαρί-Ελέν Μπρις, της οποίας το όνομα επίσης φέρεται να βρέθηκε στις σημειώσεις του. Εκείνος της πήρε συνέντευξη το 2016 στο Στρασβούργο. Όπως λέει, ο Νεγκρ της ανέφερε ότι φαίνεται αγχωμένη και πρότεινε να κάνουν έναν περίπατο δίπλα στο κανάλι για να «χαλαρώσει». Στη διάρκεια της βόλτας ένιωσε ξαφνικά ανεξέλεγκτη ανάγκη να ουρήσει—μια πίεση που εξελίχθηκε σε πόνο.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ο Νεγκρ της είπε πως γνώριζε μια δημόσια τουαλέτα κοντά. Όταν έφτασαν, όμως, δεν υπήρχε καμία. «Είχα αρχίσει πραγματικά να υποφέρω. Πονούσα τόσο πολύ που είχα χλωμιάσει και δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου». Τελικά, λέει, δεν είχε άλλη επιλογή από το να ουρήσει σε δημόσιο χώρο. Ο Νεγκρ προσφέρθηκε να την καλύψει με το μπουφάν του. «Ήμουν τρομερά ντροπιασμένη», αναφέρει. «Δεν έπαιρνε τα μάτια του από πάνω μου».

Για χρόνια κουβαλούσε τη ντροπή και τη σύγχυση. Όπως και η Αναΐς, έμαθε τι μπορεί να είχε συμβεί μόνο όταν επικοινώνησε η αστυνομία. Υποστηρίζει επίσης ότι, πέρα από την ψυχολογική επιβάρυνση, αντιμετωπίζει έκτοτε προβλήματα με το ουροποιητικό της σύστημα. Παρότι πολλοί δυσκολεύονται να εντάξουν τέτοιες περιγραφές στην κοινή εικόνα της σεξουαλικής επίθεσης, η ίδια είναι κατηγορηματική: «Μου επιτέθηκαν, με νάρκωσαν, με δηλητηρίασαν. Για μένα είναι ξεκάθαρα σεξουαλική επίθεση».

Γιατί η χημική υποταγή απασχολεί όλο και περισσότερο τη Γαλλία

Η υπόθεση εντάσσεται πλέον σε μια ευρύτερη συζήτηση που έχει ανοίξει στη Γαλλία για τη χημική υποταγή, δηλαδή τη χρήση ουσιών με σκοπό να αποκτήσει κάποιος έλεγχο πάνω σε ένα άλλο πρόσωπο. Το θέμα απασχόλησε έντονα τη γαλλική κοινωνία μετά την υπόθεση της Ζιζέλ Πελικό, όπου ο σύζυγος καταδικάστηκε το 2024 επειδή τη νάρκωνε και επέτρεπε σε αγνώστους να τη βιάζουν ενώ ήταν αναίσθητη.

Στο πλαίσιο αυτό, εφαρμόζεται πιλοτικό πρόγραμμα που επιτρέπει σε γυναίκες οι οποίες υποψιάζονται ότι τους χορηγήθηκαν ουσίες να παραδίδουν δείγματα αίματος, ούρων ή μαλλιών για εργαστηριακό έλεγχο χωρίς να έχει προηγηθεί επίσημη καταγγελία. Η περίπτωση Νεγκρ, ωστόσο, έχει μια ιδιαιτερότητα: πολλές γυναίκες δεν είχαν καν υποψιαστεί ότι είχαν ναρκωθεί, ακριβώς επειδή το συμβάν «έμοιαζε» με ατυχία, άγχος ή σωματική αδιαθεσία.

Ο καθηγητής Ζαν-Κλοντ Αλβαρέζ, υπεύθυνος του πιλοτικού προγράμματος στο νοσοκομείο Raymond-Poincaré AP-HP, χαρακτηρίζει «πολύ ασυνήθιστη» τη χρήση διουρητικών με αυτόν τον τρόπο και δηλώνει πως δεν έχει συναντήσει κάτι παρόμοιο στα 26 χρόνια εργασίας του ως τοξικολόγος. Το εργαστήριο εξετάζει συστηματικά δείγματα για περίπου 400 ουσίες—και, όπως σημειώνει, «τώρα, στη Γαλλία, ψάχνουμε και για διουρητικά».

Η ουσία αυτής της υπόθεσης δεν βρίσκεται μόνο στον αριθμό των πιθανών θυμάτων, αλλά στο μοτίβο: μια πρακτική που φέρεται να μετέτρεπε μια συνέντευξη εργασίας σε παγίδα, χρησιμοποιώντας τη χημική υποταγή όχι απλώς για να αφαιρεθεί η αντίσταση, αλλά για να επιβληθεί ο εξευτελισμός. Και αυτό ακριβώς κάνει την καταγγελλόμενη δράση τόσο δύσκολο να αναγνωριστεί έγκαιρα: στηρίζεται στην αμφιβολία, στη ντροπή και στην κοινωνική υπόθεση ότι «σε ένα υπουργείο δεν γίνεται κάτι τέτοιο».

Καθώς η δικαιοσύνη εξετάζει τις καταγγελίες, η δημόσια συζήτηση στη Γαλλία αποκτά ένα ακόμη, σκοτεινό παράδειγμα για το πόσο ευέλικτη και επικίνδυνη μπορεί να γίνει η χημική υποταγή—και πόσο αναγκαίο είναι οι μηχανισμοί πρόληψης, έγκαιρης ανίχνευσης και στήριξης των θυμάτων να λειτουργούν ακόμη κι όταν τα σημάδια μοιάζουν, στην αρχή, «ανεξήγητα».

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή