Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2026

R&I: Αναβάθμιση προοπτικών της ελληνικής οικονομίας

Σε αναβάθμιση των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας από «σταθερές» σε «θετικές» προχώρησε ο ιαπωνικός οίκος Rating and Investment Information (R&I), μια εξέλιξη που λειτουργεί ως ισχυρό σήμα εμπιστοσύνης για τη χώρα και τις αντοχές της. Η κίνηση αυτή δεν αφορά μόνο έναν τεχνικό δείκτη σε μια έκθεση αξιολόγησης: αποτυπώνει τη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, τη συνεχιζόμενη αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και την ενισχυμένη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος. Με απλά λόγια, ο R&I βλέπει ότι η Ελλάδα έχει χτίσει μια πιο στιβαρή βάση, ικανή να υποστηρίξει ανάπτυξη και να απορροφήσει πιέσεις από το εξωτερικό περιβάλλον.

Ο οίκος αξιολόγησης εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία μπορεί να συνεχίσει να αναπτύσσεται με σχετικά σταθερούς ρυθμούς, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα σε τρεις πυλώνες: στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν τα φορολογικά έσοδα, στη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και στη συνεχιζόμενη μείωση του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης. Παράλληλα, σημειώνει ότι η δημοσιονομική εικόνα μπορεί να συνεχίσει να βελτιώνεται, καθώς η αύξηση των κρατικών δαπανών αναμένεται να παραμείνει ελεγχόμενη, εν μέρει λόγω των δημοσιονομικών κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η αναβάθμιση των προοπτικών έρχεται επίσης να «κουμπώσει» με τη βελτίωση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Ο R&I επισημαίνει την πρόοδο στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ενώ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω αναβάθμισης της πιστοληπτικής αξιολόγησης, εφόσον επιβεβαιωθεί η συνέχιση της οικονομικής πολιτικής που στηρίζει την ανάπτυξη και τη δημοσιονομική σταθεροποίηση. Στο πολιτικό σκέλος, ο οίκος αναφέρει ότι οι εκλογές αναμένεται να διεξαχθούν τον Ιούλιο του 2027, στοιχείο που εντάσσεται στην αξιολόγηση των κινδύνων συνέχειας πολιτικής.

Τι σημαίνει στην πράξη

Η αλλαγή των προοπτικών σε «θετικές» δεν συνεπάγεται αυτόματα άμεση αναβάθμιση της βαθμίδας, αλλά υποδηλώνει ότι, εφόσον διατηρηθεί η τρέχουσα δυναμική, η πιθανότητα αναβάθμισης αυξάνεται.

Για την οικονομία, αυτό μεταφράζεται σε πιο ευνοϊκές συνθήκες πρόσβασης στις αγορές, ενίσχυση της επενδυτικής εμπιστοσύνης και, δυνητικά, χαμηλότερο κόστος δανεισμού μεσοπρόθεσμα.

Ταυτόχρονα, αποτελεί ένα ακόμη «σήμα» προς το διεθνές επενδυτικό κοινό ότι τα βήματα δημοσιονομικής εξυγίανσης δεν ήταν συγκυριακά, αλλά συνδέονται με πιο μόνιμες αλλαγές στη λειτουργία του κράτους και της οικονομίας.

Ανάπτυξη κοντά στο 2%: οι κινητήριοι μοχλοί

Σύμφωνα με τον R&I, η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με το πραγματικό ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 2,1% το 2025. Η επίδοση αυτή αποδίδεται κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση, η οποία ενισχύεται από την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος, στις τουριστικές εισροές, αλλά και στην ενίσχυση των επενδύσεων μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και των Ξένων Άμεσων Επενδύσεων.

Για το 2026, ο οίκος θεωρεί ότι οι βασικοί παράγοντες που στηρίζουν την ανάπτυξη παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ενεργοί. Ωστόσο, προβλέπει χαμηλότερο ρυθμό αύξησης σε σχέση με το 2025, καθώς ο αυξανόμενος πληθωρισμός και οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή, μεταξύ άλλων παραγόντων, μπορούν να επιβαρύνουν την οικονομική δραστηριότητα. Παρ’ όλα αυτά, η εκτίμηση παραμένει ότι η Ελλάδα θα διατηρήσει ισχυρό ρυθμό ανάπτυξης κοντά στο 2%.

Από το 2027 και μετά, ο R&I τοποθετεί την οικονομική μεγέθυνση γύρω στο 1%, υπογραμμίζοντας, παράλληλα, τη στρατηγική στόχευση της κυβέρνησης να περιορίσει την εξάρτηση της οικονομίας από τον τουρισμό. Η κατεύθυνση αυτή περνά μέσα από την προσέλκυση νέων επενδύσεων και την ανάπτυξη παραγωγικών κλάδων, όπως η βιομηχανία, που μπορούν να προσφέρουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε εξωτερικά σοκ και πιο ισορροπημένη ανάπτυξη.

Τράπεζες: τα «κόκκινα» δάνεια πλησιάζουν την Ευρωζώνη

Σημαντική πρόοδος καταγράφεται και στον τραπεζικό τομέα. Ο R&I επισημαίνει ότι η αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, σε συνδυασμό με το κυβερνητικό σύστημα εγγυήσεων, έχει οδηγήσει το ποσοστό των «κόκκινων» δανείων των ελληνικών τραπεζών κοντά στον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί μειώνει έναν από τους πιο επίμονους παράγοντες αβεβαιότητας της προηγούμενης δεκαετίας.

Παράλληλα, η ρευστότητα του τραπεζικού συστήματος έχει ενισχυθεί μέσω της αύξησης των εγχώριων καταθέσεων, ενώ οι τράπεζες διατηρούν το μετοχικό τους κεφάλαιο σε σταθερό επίπεδο. Η εικόνα αυτή ενισχύει την ικανότητά τους να χρηματοδοτούν την πραγματική οικονομία, ειδικά σε μια περίοδο όπου οι επενδύσεις αποτελούν κρίσιμη προϋπόθεση για τη διατήρηση της αναπτυξιακής ορμής.

Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών: έλλειμμα, αλλά όχι «κόκκινος συναγερμός»

Στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών καταγράφεται έλλειμμα περίπου 6% του ΑΕΠ, κυρίως λόγω του σημαντικού εμπορικού ελλείμματος.

Ωστόσο, ο R&I δεν το αντιμετωπίζει ως άμεσο παράγοντα κινδύνου στη συγκεκριμένη συγκυρία. Όπως επισημαίνει, μέρος του ελλείμματος αντανακλά την αύξηση των εισαγωγών που συνδέεται με ισχυρές επενδύσεις, ενώ ένα ακόμη μέρος χρηματοδοτείται από άμεσες ξένες επενδύσεις.

Επιπλέον, το έλλειμμα αντισταθμίζεται εν μέρει από το πλεόνασμα στο ισοζύγιο υπηρεσιών, με τον τουρισμό να παραμένει ο βασικός μοχλός.

Η σημασία των πρωτογενών πλεονασμάτων και η πορεία του χρέους

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει ο R&I στη δημοσιονομική πορεία της Ελλάδας. Επισημαίνει ότι το ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης καταγράφει πλεόνασμα από το 2024, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα υπερβαίνει το 4% του ΑΕΠ.

Η αύξηση των φορολογικών εσόδων συνδέεται με μέτρα κατά της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής, όπως οι υποχρεωτικές ηλεκτρονικές πληρωμές, η ψηφιοποίηση της φορολογίας και η εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας. Ο οίκος εκτιμά ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα παραμείνει σταθερό και τα επόμενα χρόνια, ενισχύοντας περαιτέρω τη δημοσιονομική θέση της χώρας.

Σε ό,τι αφορά το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης ως ποσοστό του ΑΕΠ, ο R&I διαπιστώνει ότι βρίσκεται σε καθοδική πορεία και προβλέπει συνέχιση της μείωσής του, ενώ παράλληλα εκτιμά ότι η Ελλάδα θα διατηρήσει ικανοποιητική δανειστική ικανότητα.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή