Σάββατο, 15 Αυγούστου 2026

Τζένη Καζάκου: «Έχουν μια θλίψη τα μάτια μου, έχω πονέσει πολύ στη ζωή μου, από διαφορετικούς παράγοντες και σε πολλά επίπεδα»

Η Τζένη Καζάκου παραχώρησε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στο περιοδικό ΟΚ και τον Μιχάλη Ροδόπουλο, μιλώντας με ειλικρίνεια για τη διαδρομή της, τα βιώματά της και τη σχέση της με τον εαυτό της. Με λόγια που δεν προσποιούνται δύναμη αλλά την αναζητούν, η Τζένη Καζάκου άνοιξε την καρδιά της για την ψυχοθεραπεία που κάνει, για το πώς έμαθε να στέκεται στα πόδια της από μικρή, και για εκείνη τη «θλίψη» που, όπως λέει, κουβαλούν τα μάτια της. Η κουβέντα της δεν έχει στόμφο· έχει την απλότητα ανθρώπου που έχει περάσει από δυσκολίες και προσπαθεί, συνειδητά, να βρει γαλήνη.

Τζένη Καζάκου: Η αυτονομία που χτίζεται με φροντίδα

Μιλώντας για τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια, η Τζένη Καζάκου στάθηκε στο πώς έμαθε να ζει αυτόνομα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μεγάλωσε μόνη. «Έμαθα να ζω αυτόνομα από αρκετά μικρή, αλλά με πολλή φροντίδα από τη μαμά μου, με πολλή συζήτηση και αμοιβαίο σεβασμό. Είμαστε και φίλες πολύ, αλλά είμαστε και μάνα – κόρη», ανέφερε, περιγράφοντας μια σχέση που ισορροπεί ανάμεσα στη ζεστασιά και στα όρια.

Η αναφορά της στον τρόπο που η μητέρα της στήριξε την οικογένεια αποτυπώνει μια καθημερινότητα γεμάτη προσπάθεια, ρουτίνα και αντοχή. Θυμάται τη μητέρα της να ξυπνάει από τα ξημερώματα, να φροντίζει να υπάρχει φαγητό στο σπίτι, να οργανώνει το σχολείο, να τρέχει στις υποχρεώσεις της και, όταν υπήρχε έστω και ένα μικρό «κενό», να επιστρέφει για να είναι μαζί τους. «Όπου και να βρισκόταν, πάντα ο νους της ήταν σε εμάς», λέει η Τζένη Καζάκου, δείχνοντας πως η παρουσία δεν μετριέται μόνο σε ώρες, αλλά και σε έγνοια.

Ακόμη και όταν οι συνθήκες επέβαλλαν αποστάσεις —όπως μια περιοδεία που μπορούσε να κρατήσει μήνες— η αίσθηση της μητρικής παρουσίας έμενε ζωντανή. Όπως υπογραμμίζει, μπορεί να έλειπε σωματικά, όμως «ουσιαστικά ήταν εδώ». Σε αυτή τη φράση συμπυκνώνεται κάτι που πολλοί καταλαβαίνουν: ότι η σταθερότητα μέσα στην οικογένεια δεν είναι πάντα δεδομένη, αλλά όταν υπάρχει, γίνεται θεμέλιο για να σταθείς αργότερα στη ζωή.

Τζένη Καζάκου και ψυχοθεραπεία: «Το καλύτερο δώρο που μου έχω κάνει ποτέ»

Ένα από τα πιο ουσιαστικά σημεία της συνέντευξης ήταν η αναφορά της στην ψυχοθεραπεία. Η Τζένη Καζάκου δεν μίλησε γι’ αυτήν ως «μόδα» ή ως κάτι επιφανειακό, αλλά ως μια προσωπική επιλογή φροντίδας και αυτογνωσίας. Τη χαρακτήρισε, μάλιστα, «το καλύτερο δώρο» που έχει κάνει στον εαυτό της.

Η οπτική της είναι καθαρή: δεν κάνει ψυχοθεραπεία για να «σβήσει» τα δύσκολα, αλλά για να τα καταλάβει. Θέλει να δει κατάματα όσα την πονάνε, να τα προσεγγίσει με περισσότερη κατανόηση, ακόμη και με τρυφερότητα, ώστε να μην της δημιουργούν προβλήματα στην καθημερινότητα. Μιλά για «δαίμονες» μέσα της —όχι με μελοδραματισμό, αλλά με ακρίβεια— και για την ανάγκη να τους γνωρίσει καλύτερα, να τους «αγαπήσει», για να πάψουν να την οδηγούν από τα παρασκήνια.

Σε μια εποχή που πολλοί προσπαθούν να δείχνουν αλώβητοι, η στάση της Τζένη Καζάκου φωτίζει κάτι πιο ανθρώπινο: ότι η πραγματική δύναμη δεν είναι να μην πονάς, αλλά να αναγνωρίζεις τον πόνο σου και να αναλαμβάνεις την ευθύνη της θεραπείας του.

«Έχουν μια θλίψη τα μάτια μου»: Όταν ο πόνος δεν κρύβεται

Σε ένα από τα πιο ειλικρινή σημεία της κουβέντας, η συνέντευξη πέρασε στο θέμα της ευαισθησίας και του κλάματος. Στην ερώτηση αν τα μάτια της κλαίνε εύκολα, η Τζένη Καζάκου ξεκαθάρισε ότι στη δουλειά, όταν χρειάζεται, μπορεί να αφεθεί. Στη ζωή, όμως, τα τελευταία χρόνια έχει «σκληρύνει» αρκετά. Περιγράφει εκείνη τη γνώριμη αίσθηση που πολλοί έχουν βιώσει: σαν το δάκρυ να είναι έτοιμο να κυλήσει, αλλά να το κρατάς με προσπάθεια, ξανά και ξανά, μέχρι να γίνει συνήθεια.

«Φαίνεται σαν κάτι να κουβαλάω, ε; Έχουν μια θλίψη τα μάτια μου», λέει, και η φράση αυτή —τόσο απλή— κουβαλά όλο το βάρος της εμπειρίας. Η Τζένη Καζάκου μιλά ανοιχτά για το ότι έχει πονέσει πολύ στη ζωή της «από διαφορετικούς παράγοντες και σε πολλά επίπεδα». Δεν μπαίνει σε λεπτομέρειες, όμως δεν χρειάζεται: η παραδοχή από μόνη της αρκεί για να καταλάβεις ότι δεν πρόκειται για μια στιγμιαία δυσκολία, αλλά για στρώσεις βιωμάτων που αφήνουν ίχνος.

Παράλληλα, επιμένει σε μια μεγάλη αλήθεια: «Κανένας ποτέ δεν ξέρει τι σταυρό κουβαλάει ο άλλος». Είναι μια υπενθύμιση για περισσότερη κατανόηση, λιγότερη κρίση και περισσότερη ευγένεια στις καθημερινές μας σχέσεις — γιατί πίσω από ένα βλέμμα, μια σιωπή ή μια άμυνα μπορεί να υπάρχει μια ιστορία που δεν ειπώθηκε ποτέ.

Η σιωπηλή μάχη για ηρεμία και ισορροπία

Αυτό που ξεχωρίζει στη στάση της Τζένη Καζάκου είναι η επιμονή της να «ησυχάσει» μέσα της. Δεν το παρουσιάζει ως κάτι εύκολο ή γραμμικό. Το περιγράφει ως πάλη —εσωτερική, καθημερινή, απαιτητική. Και σε αυτή την πάλη, η ψυχοθεραπεία λειτουργεί σαν εργαλείο κατανόησης και σταθερότητας, όχι σαν μαγική λύση.

Η συνέντευξή της θυμίζει ότι η ωριμότητα συχνά έρχεται όταν σταματάς να τρέχεις να αποδείξεις ότι είσαι καλά και αρχίζεις να δουλεύεις, με υπομονή, για να γίνεις καλύτερα. Η Τζένη Καζάκου δεν εξιδανικεύει την αντοχή, ούτε ωραιοποιεί τον πόνο. Τον αναγνωρίζει, τον κατονομάζει και αναζητά τρόπους να τον μετατρέψει σε κάτι λιγότερο απειλητικό για τη ζωή της.

Στο τέλος, αυτό που μένει από τα λόγια της Τζένη Καζάκου είναι μια αίσθηση αλήθειας. Μια υπενθύμιση ότι τα «θλιμμένα μάτια» δεν είναι αδυναμία, αλλά ένδειξη διαδρομής. Και ότι όταν κάποιος λέει «έχω πονέσει πολύ», δεν ζητά λύπηση· ζητά χώρο, κατανόηση και —κυρίως— το δικαίωμα να θεραπευτεί. Πηγή: zappit.gr, Πηγή εικόνας: NDP.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή