Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2026

Νετανιάχου: To Ηνωμένο Βασίλειο, η «πρώτη ισλαμική δημοκρατία που απέκτησε πυρηνικά όπλα»

Κατά τη διάρκεια συνέντευξης στο ισραηλινό στρατιωτικό ραδιόφωνο, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου προκάλεσε έντονες αντιδράσεις όταν αναφέρθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο ως «Ισλαμική Δημοκρατία της Βρετανίας», αναπαράγοντας ένα γνώριμο ισλαμοφοβικό στερεότυπο που στοχοποιεί τον μουσουλμανικό πληθυσμό της χώρας.

Η φράση δεν παρουσιάστηκε ως προσεκτική πολιτική εκτίμηση ή διπλωματική τοποθέτηση, αλλά ως αιχμηρό σχόλιο που, όπως εκτιμούν παρατηρητές, τροφοδοτεί πολωτικές αφηγήσεις και ενισχύει κλίμα καχυποψίας απέναντι σε μια θρησκευτική κοινότητα που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της βρετανικής κοινωνίας.

Ο Νετανιάχου, αφού πρώτα επαίνεσε την παλαιότερη θετική κάλυψη του Ισραήλ από τον δημοσιογράφο Ράντολφ Τσόρτσιλ —γιο του πρώην πρωθυπουργού Ουίνστον Τσόρτσιλ— συνέχισε με μια ακόμα πιο προκλητική διατύπωση: ότι «η πρώτη ισλαμική δημοκρατία με πυρηνικά όπλα θα είναι η Ισλαμική Δημοκρατία της Βρετανίας».

Σε μια περίοδο που οι διεθνείς ισορροπίες στη Μέση Ανατολή είναι ιδιαίτερα εύθραυστες, τέτοιου είδους δηλώσεις δεν μένουν στο επίπεδο της ρητορικής. Αντιθέτως, επηρεάζουν το διπλωματικό κλίμα, προσφέρουν “υλικό” σε ακραίες πολιτικές δυνάμεις και, τελικά, διαχέουν ένα μήνυμα συλλογικής καχυποψίας προς εκατομμύρια πολίτες.

Γιατί η δήλωση προκαλεί αντιδράσεις

Η διατύπωση «Ισλαμική Δημοκρατία της Βρετανίας» δεν είναι απλώς υπερβολική ή σαρκαστική. Πατά πάνω σε μια συγκεκριμένη, χρόνια αφήγηση που παρουσιάζει τη Βρετανία ως χώρα “υπό κατάληψη” ή “υπό ισλαμοποίηση”, παρά το ότι το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει μια κοινοβουλευτική δημοκρατία με θεσμούς, πολιτικές ελευθερίες και πολυπολιτισμική πραγματικότητα. Όταν μια τέτοια αφήγηση επαναλαμβάνεται από ηγέτες με διεθνές κύρος, αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα και ενδέχεται να νομιμοποιεί ρητορικές που στοχεύουν μειονότητες.

Η αναφορά σε «πυρηνικά όπλα» εντείνει ακόμα περισσότερο το πρόβλημα. Συνδέει έμμεσα έναν ολόκληρο πληθυσμό με σενάρια απειλής και “εξτρεμισμού”, μετατρέποντας ένα εσωτερικό κοινωνικό ζήτημα —την ενσωμάτωση, την ισότητα και τη συνύπαρξη— σε αντικείμενο γεωπολιτικής κινδυνολογίας. Το αποτέλεσμα είναι διπλά επιβαρυντικό: αφενός για τις ήδη τεταμένες σχέσεις Ισραήλ–Ηνωμένου Βασιλείου, αφετέρου για το κοινωνικό κλίμα που βιώνουν οι μουσουλμανικές κοινότητες στη Βρετανία.

Οι σχέσεις Ηνωμένου Βασιλείου – Ισραήλ σε τροχιά επιδείνωσης

Οι σχέσεις μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Ισραήλ έχουν επιδεινωθεί τους τελευταίους μήνες, ιδιαίτερα μετά την αλλαγή ηγεσίας στο Λονδίνο. Ο Άντι Μπέρναμ, αναλαμβάνοντας καθήκοντα στο νούμερο 10 της Ντάουνινγκ Στριτ, σηματοδότησε μια πιο κριτική προσέγγιση απέναντι στην ισραηλινή πολιτική στη Γάζα. Λίγο πριν γίνει πρωθυπουργός, ζήτησε συγγνώμη για την αρχική στάση των Εργατικών απέναντι στη στρατιωτική δράση του Ισραήλ, δηλώνοντας ότι το κόμμα «δεν έπραξε σωστά» και πως, υπό την ηγεσία του, πρέπει «να τα πάει καλύτερα».

Τον Ιούλιο, ο Μπέρναμ προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, λέγοντας ότι θα «κάνει περισσότερα για να ασκήσει πίεση στην ισραηλινή κυβέρνηση». Μεταξύ των μέτρων που συζητήθηκαν περιλαμβάνονται περαιτέρω κυρώσεις σε άτομα και οντότητες, καθώς και μια πιθανή απαγόρευση εμπορίου αγαθών με παράνομους οικισμούς. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μια δήλωση όπως «Ισλαμική Δημοκρατία της Βρετανίας» εκλαμβάνεται εύκολα ως πολιτικό χτύπημα, όχι ως στιγμιαίο λεκτικό ολίσθημα.

Παρόμοιες δηλώσεις και το κλίμα στο εσωτερικό της Βρετανίας

Η ρητορική αυτή δεν εμφανίστηκε για πρώτη φορά τώρα. Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζ. Ντ. Βανς, είχε κάνει αντίστοιχες αναφορές κατά την προεκλογική εκστρατεία του 2024, υποστηρίζοντας ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσε να εξελιχθεί στην πρώτη «πραγματικά ισλαμική χώρα που θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα». Παρότι οι διατυπώσεις ποικίλλουν, το μοτίβο είναι παρόμοιο: συνδέεται η παρουσία μουσουλμανικών κοινοτήτων με σενάρια “κρατικής μετάλλαξης” και υπαρξιακής απειλής.

Παράλληλα, στο στόχαστρο έχει βρεθεί επανειλημμένα και ο δήμαρχος του Λονδίνου, Σαντίκ Καν, ο οποίος έχει δεχθεί φυλετικές επιθέσεις από δεξιούς πολιτικούς στο εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένου του Ντόναλντ Τραμπ. Σε αυτό το κλίμα, μουσουλμάνοι ηγέτες στο Ηνωμένο Βασίλειο προειδοποιούν ότι τα εγκλήματα μίσους που στοχοποιούν την κοινότητά τους ανεβαίνουν σε νέα επίπεδα, καθώς αυξάνεται η ακροδεξιά ρητορική και ενισχύεται η υποστήριξη προς αντιμεταναστευτικά πολιτικά κόμματα.

Αντιδράσεις στο Ισραήλ και διεθνής απομόνωση

Η δήλωση του Νετανιάχου προκάλεσε αντιδράσεις και στο εσωτερικό του Ισραήλ. Ο Άβι Νταμπούς, υποψήφιος για την Κνεσέτ με το αντιπολιτευόμενο κόμμα των Δημοκρατικών του Ισραήλ, επιτέθηκε στον πρωθυπουργό επειδή, όπως είπε, χλευάζει έναν κρίσιμο σύμμαχο σε μια περίοδο κατά την οποία το Ισραήλ αντιμετωπίζει πρωτοφανή παγκόσμια απομόνωση. «Αυτό συμβαίνει όταν υπάρχει μια φρικτή διπλωματική αποτυχία και αδυναμία να συσπειρώσουμε χώρες στον κόσμο υπέρ των συμφερόντων μας», ανέφερε σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η κριτική αυτή συνδέεται με μια ευρύτερη συζήτηση: ότι, ηγούμενος της πιο ακροδεξιάς κυβέρνησης στην ιστορία της χώρας, ο Νετανιάχου έχει αποξενωθεί από παραδοσιακούς συμμάχους του Ισραήλ, ενώ ταυτόχρονα έχει ευθυγραμμιστεί με ακροδεξιές προσωπικότητες —ορισμένες μάλιστα με ιστορικό αντισημιτισμού. Μέχρι στιγμής, ούτε το Γραφείο του Πρωθυπουργού του Ισραήλ ούτε το βρετανικό Γραφείο Εξωτερικών, Κοινοπολιτείας και Ανάπτυξης απάντησαν σε αιτήματα για σχολιασμό, γεγονός που αφήνει χώρο για περαιτέρω ερμηνείες και πολιτική εκμετάλλευση.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή