Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2026

Λέκκας : «Μπορεί να έχουμε έως και 1.000 νεκρούς» στην Κολομβία, 2.000 κτήρια κατέρρευσαν – Τι λέει για το «Δαχτυλίδι της Φωτιάς»

Την ανησυχία ότι ο απολογισμός από τον ισχυρό σεισμό στην Κολομβία μπορεί να αποδειχθεί πολύ βαρύτερος, φτάνοντας ακόμη και τους 1.000 νεκρούς, εξέφρασε ο καθηγητής Γεωλογίας και Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών του ΕΚΠΑ και πρόεδρος του ΟΑΣΠ, Ευθύμιος Λέκκας. Την ίδια στιγμή, η εικόνα των περίπου 2.000 κτηρίων που κατέρρευσαν φανερώνει πόσο γρήγορα ένα σεισμικό γεγονός μπορεί να μετατραπεί σε ανθρωπιστική κρίση, ειδικά όταν πλήττει περιοχές με δύσκολη πρόσβαση και ευάλωτες υποδομές. Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Λέκκας ανέλυσε τόσο τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του σεισμού όσο και το ευρύτερο γεωδυναμικό περιβάλλον της Λατινικής Αμερικής, με έμφαση στο «Δαχτυλίδι της Φωτιάς».

Τι είναι το «Δαχτυλίδι της Φωτιάς» και γιατί αφορά την Κολομβία

Ο όρος «Δαχτυλίδι της Φωτιάς» χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη ζώνη έντονης σεισμικής και ηφαιστειακής δραστηριότητας που περιβάλλει τον Ειρηνικό Ωκεανό. Όπως εξήγησε ο Ευθύμιος Λέκκας, ο Ειρηνικός βρίσκεται πάνω σε μια μεγάλη τεκτονική πλάκα και γύρω από αυτήν αναπτύσσονται ισχυρές αλληλεπιδράσεις: συγκρούσεις, μετατοπίσεις και—κυρίως—καταβυθίσεις, όταν η πλάκα του Ειρηνικού «βουτά» κάτω από τις γειτονικές ηπειρωτικές πλάκες.

Αυτή η διαδικασία τροφοδοτεί έναν διαρκή κύκλο έντασης, που εκδηλώνεται με σεισμούς και ηφαιστειακά φαινόμενα σε περιοχές όπως η δυτική και νότια Αμερική, η Ιαπωνία, οι Φιλιππίνες και η Νέα Ζηλανδία. Με απλά λόγια, η Κολομβία βρίσκεται σε μια γειτονιά όπου η Γη δεν «ηρεμεί» ποτέ πλήρως—και αυτό καθιστά την αντισεισμική ετοιμότητα όχι επιλογή, αλλά προϋπόθεση επιβίωσης.

Γιατί επλήγησαν κυρίως τα ψηλά κτίρια

Ο καθηγητής στάθηκε στα τεχνικά χαρακτηριστικά του σεισμού, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για σεισμό με εστιακό βάθος περίπου 115 χιλιομέτρων. Το μεγάλο βάθος, όπως είπε, έχει μια διπλή επίδραση: από τη μία πλευρά τα σεισμικά κύματα χάνουν μέρος της αρχικής τους ενέργειας μέχρι να φτάσουν στην επιφάνεια, από την άλλη όμως τείνουν να «κουβαλούν» μεγαλύτερες περιόδους ταλάντωσης.

Αυτές οι μεγαλύτερες περίοδοι μπορεί να συμπέσουν με τις ιδιοπεριόδους των υψηλών κτιρίων, δημιουργώντας συνθήκες συντονισμού. Έτσι εξηγείται, σύμφωνα με τον κ. Λέκκα, γιατί σε τέτοια γεγονότα βλέπουμε να υφίστανται τις σοβαρότερες βλάβες—και σε ορισμένες περιπτώσεις να καταρρέουν—κυρίως πολυώροφα κτίρια, ενώ χαμηλότερες κατασκευές ενδέχεται να εμφανίζουν λιγότερο εντυπωσιακές ζημιές.

Παράλληλα, συνέκρινε την περίπτωση αυτή με τον πρόσφατο σεισμό στη Βενεζουέλα, τον οποίο είχε εξετάσει επιτόπου μαζί με επιστημονική ομάδα. Εκεί, όπως εξήγησε, ο μηχανισμός ήταν διαφορετικός: ο σεισμός ήταν επιφανειακός και η συμβολή σεισμικών κυμάτων από δύο σεισμικά γεγονότα επιβάρυνε τις επιπτώσεις στα ψηλά κτίρια, ειδικά στο Καράκας. Η σύγκριση αναδεικνύει κάτι κρίσιμο: δεν «χτυπούν» όλοι οι σεισμοί με τον ίδιο τρόπο, άρα και η θωράκιση μιας πόλης πρέπει να λαμβάνει υπόψη διαφορετικά σενάρια.

«Ο σεισμός δεν προβλέπεται» — και γι’ αυτό η πρόληψη είναι μονόδρομος

Στο ζήτημα της πρόβλεψης, ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ ήταν σαφής: ο σεισμός παραμένει ένα φυσικό φαινόμενο που δεν μπορεί να προβλεφθεί με ακρίβεια. Η επικινδυνότητά του δεν οφείλεται μόνο στο μέγεθος της ενέργειας που απελευθερώνεται, αλλά και στον χρόνο: εκδηλώνεται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, χωρίς το περιθώριο αντίδρασης που συχνά υπάρχει σε άλλες καταστροφές, όπως οι πυρκαγιές, οι πλημμύρες ή τα ακραία καιρικά φαινόμενα.

Η ψυχολογική διάσταση είναι επίσης έντονη. Όπως χαρακτηριστικά περιέγραψε, στον σεισμό «βλέπουμε τα πιο σταθερά πράγματα να κινούνται», γεγονός που γεννά ένα αίσθημα αδυναμίας. Ακριβώς γι’ αυτό, το ουσιαστικό «αντίδοτο» δεν είναι η πρόβλεψη αλλά η πρόληψη: καλύτεροι κανονισμοί, σωστή εφαρμογή τους, έλεγχοι, αναβαθμίσεις και εκπαίδευση.

Η κρίσιμη σημασία των υποδομών: να στέκονται όρθιες και να λειτουργούν

Ο Ευθύμιος Λέκκας χαρακτήρισε την πρόληψη ως το «μείζον» ζήτημα στη διαχείριση του σεισμικού κινδύνου. Δεν αρκεί όμως να αντέξει ένα κτίριο ως κατασκευή· πρέπει και να συνεχίσει να επιτελεί τον ρόλο του στην έκτακτη ανάγκη. Αυτό γίνεται ακόμη πιο εμφανές όταν μιλάμε για κρίσιμες υποδομές: αεροδρόμια, νοσοκομεία, οδικά δίκτυα, δίκτυα επικοινωνιών και ενέργειας.

Στην περίπτωση της Κολομβίας, ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι υπέστησαν ζημιές πέντε από τα μεγαλύτερα αεροδρόμια και δεν μπορούν να λειτουργήσουν. Η συνέπεια δεν είναι απλώς επιχειρησιακή—είναι ζωτικής σημασίας: δυσχεραίνεται η άφιξη σωστικών συνεργείων, περιορίζεται η αερομεταφορά τραυματιών και καθυστερεί η διεθνής βοήθεια. Με άλλα λόγια, μια υποδομή που «στέκεται» αλλά δεν λειτουργεί, στην πράξη αποτυγχάνει.

Δύσκολη η πρόσβαση στις πληγείσες περιοχές

Ο καθηγητής αναφέρθηκε και στη γεωγραφική ιδιαιτερότητα της περιοχής: πρόκειται για απομονωμένο τμήμα μέσα στις Άνδεις, σε υψόμετρα περίπου 2.000 έως 2.500 μέτρα. Η οδική πρόσβαση είναι εκ των πραγμάτων δύσκολη, ενώ οι πληροφορίες για κατολισθήσεις σε δρόμους επιβαρύνουν την κατάσταση. Σε τέτοια περιβάλλοντα, κάθε ώρα καθυστέρησης κοστίζει—ιδίως όταν υπάρχουν εγκλωβισμένοι σε κατεστραμμένα κτήρια.

«Μπορεί να έχουμε έως και 1.000 νεκρούς»: πώς γίνονται οι εκτιμήσεις

Η εκτίμηση για πιθανή άνοδο του αριθμού των θυμάτων έως και τους 1.000 νεκρούς στηρίζεται, όπως είπε, σε μοντέλα αποτίμησης επιπτώσεων που υπολογίζουν όχι μόνο απώλειες και τραυματισμούς αλλά και οικονομικές συνέπειες. Πολλά από αυτά τα εργαλεία προέρχονται από το Αμερικανικό Γεωλογικό Ινστιτούτο και συχνά επιβεβαιώνονται από τα δεδομένα που προκύπτουν στη συνέχεια. Παράλληλα, εξέφρασε την ελπίδα ότι οι επιχειρήσεις διάσωσης θα καταφέρουν να εντοπίσουν και να απεγκλωβίσουν όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους, μειώνοντας τον τελικό τραγικό απολογισμό.

Γιατί οι άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν σε σεισμογενείς περιοχές

Κλείνοντας, ο Ευθύμιος Λέκκας έδωσε μια ευρύτερη εξήγηση: πολλές μεγάλες ανθρώπινες κοινότητες αναπτύχθηκαν ιστορικά κοντά στα όρια τεκτονικών πλακών. Ο λόγος είναι ότι οι ίδιες γεωλογικές διεργασίες που γεννούν κινδύνους δημιουργούν και πλεονεκτήματα: έντονο ανάγλυφο, πρόσβαση σε θάλασσα, μεταλλεύματα, υπόγεια και επιφανειακά νερά. Έτσι, οι κοινωνίες επέλεγαν τα οφέλη, παρότι γνώριζαν ότι συνυπάρχει ο σεισμικός κίνδυνος.

Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι μια ανέφικτη «έξοδος» από τις σεισμογενείς ζώνες, ιδιαίτερα σε περιοχές που ανήκουν στο «Δαχτυλίδι της Φωτιάς». Είναι η ανθεκτικότητα: κτίρια που δεν καταρρέουν, υποδομές που δεν παραλύουν, πολίτες που ξέρουν πώς να αντιδράσουν. Γιατί ο σεισμός δεν θα σταματήσει να συμβαίνει—αλλά η καταστροφή μπορεί, σε μεγάλο βαθμό, να μην είναι αναπόφευκτη.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή