Σάββατο, 8 Αυγούστου 2026

Ελληνικά νοικοκυριά: Ανεβαίνει το εισόδημα, πέφτει η αποταμίευση

Ευνοϊκές παραμένουν οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές για το διαθέσιμο εισόδημα και την περιουσιακή θέση των ελληνικών νοικοκυριών, σύμφωνα με την εβδομαδιαία οικονομική ανάλυση της Alpha Bank.

Παρά τη σαφή βελτίωση που καταγράφεται τα τελευταία δύο χρόνια, το «παράδοξο» είναι ότι η κατανάλωση εξακολουθεί να υπερβαίνει το εισόδημα, με αποτέλεσμα η αποταμίευση να παραμένει αρνητική. Με άλλα λόγια, τα ελληνικά νοικοκυριά δείχνουν να ενισχύουν την οικονομική τους βάση σε επίπεδο περιουσίας, αλλά να πιέζονται ακόμη στην καθημερινή ρευστότητα.

Η συνολική εικόνα αποδίδεται, σύμφωνα με την Alpha Bank, σε ένα μείγμα παραγόντων που λειτουργούν υποστηρικτικά: ενίσχυση της απασχόλησης, αυξήσεις μισθών, φορολογικές παρεμβάσεις και αυξημένη επενδυτική δραστηριότητα, η οποία τροφοδοτείται σε σημαντικό βαθμό από ευρωπαϊκούς πόρους. Έτσι, το διαθέσιμο εισόδημα κινείται ανοδικά, ενώ ταυτόχρονα η αξία των περιουσιακών στοιχείων των ελληνικών νοικοκυριών αυξάνεται, ενισχύοντας τον συνολικό πλούτο.

Πλούτος άνω του 1 τρισ. ευρώ για τα ελληνικά νοικοκυριά

Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η αξία του ακαθάριστου πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών ξεπέρασε το 1 τρισ. ευρώ το τέταρτο τρίμηνο του 2025. Μάλιστα, στη διετία 2024-2025 καταγράφηκε αύξηση 19%, δηλαδή περίπου 161 δισ. ευρώ — μια ιδιαίτερα ισχυρή άνοδος σε σχετικά σύντομο διάστημα.

Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν τόσο ο χρηματοοικονομικός όσο και ο μη χρηματοοικονομικός πλούτος. Στα χρηματοοικονομικά στοιχεία, τη μεγαλύτερη εντύπωση προκαλεί η πορεία των αμοιβαίων και των επενδυτικών κεφαλαίων, τα οποία υπερδιπλασίασαν την αξία τους μέσα σε δύο χρόνια. Ακολούθησαν, σε επίπεδο δυναμικής, ο χρηματοοικονομικός επιχειρηματικός πλούτος και οι εισηγμένες μετοχές, ενώ θετικά κινήθηκαν και τα ομόλογα, οι ασφάλειες ζωής και οι καταθέσεις.

Στο σκέλος της πραγματικής οικονομίας, τα ακίνητα συνέχισαν να αποτελούν «άγκυρα» για την περιουσία: η αξία τους αυξήθηκε κατά 16% στη διετία, ενώ ο μη χρηματοοικονομικός επιχειρηματικός πλούτος ενισχύθηκε κατά 13%. Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι η ενίσχυση της περιουσιακής θέσης δεν στηρίζεται μόνο σε μία πηγή, αλλά προκύπτει από ευρύτερη άνοδο αποτιμήσεων και συμμετοχή περισσότερων κατηγοριών περιουσιακών στοιχείων.

Ανεβαίνει το διαθέσιμο εισόδημα, αλλά η αποταμίευση μένει στο «κόκκινο»

Το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ακολουθεί ανοδική τροχιά, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης περίπου 5% στη διετία 2024-2025. Η τάση συνεχίστηκε και στις αρχές του 2026: το πρώτο τρίμηνο καταγράφηκε αύξηση 3,2% σε ετήσια βάση. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αύξηση αυτή ήταν οριακά υψηλότερη από τον μέσο πληθωρισμό της ίδιας περιόδου (3%), γεγονός που σημαίνει ότι —έστω σταδιακά— τα ελληνικά νοικοκυριά ανακτούν μέρος της αγοραστικής δύναμης που είχε διαβρωθεί στη διετία 2022-2023.

Ωστόσο, το κρίσιμο σημείο παραμένει η αποταμίευση. Παρά την άνοδο του εισοδήματος, ο ρυθμός αποταμίευσης εξακολουθεί να είναι αρνητικός, περίπου στο -3% του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η κατανάλωση συνεχίζει να υπερβαίνει τα διαθέσιμα μέσα, με μέρος των δαπανών να καλύπτεται είτε από προηγούμενες αποταμιεύσεις είτε από δανεισμό.

Ενδεικτικό της αυξημένης ανάγκης για χρηματοδότηση της κατανάλωσης είναι ότι ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των καταναλωτικών δανείων έφτασε το 6,9% τον Ιούνιο του 2026. Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί από μόνη της «κακό» σημάδι, αλλά όταν συνδυάζεται με αρνητική αποταμίευση υπογραμμίζει ότι η βελτίωση σε επίπεδο μακροοικονομικών μεγεθών δεν μεταφράζεται αυτόματα σε άνεση στον μηνιαίο οικογενειακό προϋπολογισμό.

Η Ελλάδα παραμένει χαμηλά στην ευρωζώνη στο εισόδημα

Παρά τη βελτίωση, η θέση της χώρας στην ευρωζώνη ως προς το διαθέσιμο εισόδημα παραμένει χαμηλή. Με βάση τα στοιχεία του 2024, το προσαρμοσμένο ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο τοποθετούσε την Ελλάδα στην προτελευταία θέση μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης. Χαμηλότερη επίδοση καταγραφόταν μόνο στη Λετονία.

Αντίθετα, η εικόνα στον καθαρό πλούτο είναι κάπως καλύτερη. Στο τέλος του 2025, η διάμεσος του καθαρού πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών διαμορφωνόταν περίπου στα 118.000 ευρώ, κατατάσσοντας τη χώρα στη 15η θέση μεταξύ 19 χωρών της ευρωζώνης με διαθέσιμα στοιχεία. Η διαφοροποίηση αυτή είναι σημαντική: δείχνει ότι ένα μέρος της «δύναμης» των ελληνικών νοικοκυριών αποτυπώνεται περισσότερο στην κατοχή περιουσιακών στοιχείων παρά στη ροή εισοδήματος.

Ο ρόλος των ακινήτων και η σταδιακή στροφή στον χρηματοοικονομικό πλούτο

Η σχετικά καλύτερη θέση της Ελλάδας στον πλούτο, σε σύγκριση με το εισόδημα, συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την ακίνητη περιουσία. Η άνοδος των τιμών των ακινήτων τα τελευταία χρόνια έχει ενισχύσει αισθητά την αξία των περιουσιακών στοιχείων, ενώ στην ίδια κατεύθυνση λειτουργεί και η διαγενεακή μεταβίβαση περιουσίας, που παραδοσιακά έχει ισχυρή παρουσία στην ελληνική κοινωνία.

Παράλληλα, διαφαίνεται μια σταδιακή ενίσχυση της συμμετοχής του χρηματοοικονομικού πλούτου στη συνολική περιουσία. Ενώ το 2018 αντιστοιχούσε στο 26% του συνολικού ακαθάριστου πλούτου, στο τέλος του 2025 το ποσοστό είχε φτάσει στο 37%. Η μεταβολή αυτή υποδηλώνει ότι τα ελληνικά νοικοκυριά —έστω με αργό ρυθμό— διευρύνουν τον τρόπο με τον οποίο κατανέμουν την περιουσία τους πέρα από τα ακίνητα.

Οι προοπτικές τα επόμενα χρόνια για τα ελληνικά νοικοκυριά

Η Alpha Bank εκτιμά ότι οι προοπτικές παραμένουν θετικές, ιδίως λόγω των επενδύσεων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης, το Εθνικό Αναπτυξιακό Πρόγραμμα και άλλα ευρωπαϊκά εργαλεία.

Οι επενδύσεις αυτές αναμένεται να στηρίξουν την οικονομική δραστηριότητα, την απασχόληση και την παραγωγικότητα, δημιουργώντας προϋποθέσεις για περαιτέρω άνοδο του διαθέσιμου εισοδήματος και βελτίωση της περιουσιακής θέσης.

 

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή