Σάββατο, 8 Αυγούστου 2026

«Mega Fires»: Αλλάζουν τα δεδομένα πυρόσβεσης, επανεξετάζονται νέοι τρόποι πρόληψης

Την ανάγκη να αλλάξει άμεσα ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι δασικές πυρκαγιές, με μεγαλύτερη έμφαση στην πρόληψη και την έγκαιρη προετοιμασία, ανέδειξαν ο Χάρης Κοντοές, Διευθυντής Ερευνών της Μονάδας «BEYOND» του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, και ο Κώστας Τσίγκας, Πρόεδρος της Ένωσης Αξιωματικών Πυροσβεστικού Σώματος, μιλώντας για τη μεγάλη πυρκαγιά που έπληξε την Αττική και τη Βοιωτία.

Ο κ. Τσίγκας αναφέρθηκε στις ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες κάτω από τις οποίες επιχειρούσαν οι πυροσβεστικές δυνάμεις, επισημαίνοντας ότι η εξέλιξη της πυρκαγιάς θα μπορούσε να ήταν διαφορετική εάν τα εναέρια μέσα είχαν τη δυνατότητα να επιχειρήσουν από τα πρώτα λεπτά.

Όπως ανέφερε, χρειάστηκαν περίπου 35 ώρες μέχρι να καταστεί δυνατή η προσέγγιση των εναέριων μέσων στην περιοχή για υδροληψία και πυρόσβεση, εξαιτίας των ισχυρών ανέμων και των τοπικών επιταχύνσεων που επικρατούσαν.

«Όλο αυτό το ανεμολόγιο, το πεδίο με τις τοπικές επιταχύνσεις των ανέμων, δημιούργησαν συνθήκες που απέτρεπαν την εναέρια πυρόσβεση», σημείωσε, περιγράφοντας τις συνθήκες μέσα στις οποίες κλήθηκαν να επιχειρήσουν οι πυροσβέστες.

«150.000 στρέμματα καμένης γης»

Από την πλευρά του, ο Χάρης Κοντοές παρουσίασε τα στοιχεία που έχουν καταγραφεί από τα δορυφορικά συστήματα και αποτυπώνουν την έκταση της καταστροφής.

Όπως ανέφερε, η πυρκαγιά εξαπλώθηκε από την περιοχή του Αγίου Νικολάου προς το Πόρτο Γερμενό και το Καλαμάκι, ακολουθώντας σε ένα τμήμα της περιοχές που είχαν πληγεί από πυρκαγιές και στο παρελθόν.

«Μετρήσαμε περίπου 150.000 στρέμματα καμένης γης», ανέφερε ο κ. Κοντοές, εξηγώντας ότι το μεγαλύτερο μέρος αφορά δασικές εκτάσεις, ενώ ένα μικρότερο ποσοστό αφορά γεωργικές περιοχές και ελαιώνες, κυρίως βορειοδυτικά του Πόρτο Γερμενού και στην περιοχή του Αγίου Νικολάου.

Ο ίδιος χαρακτήρισε την πυρκαγιά ιδιαίτερα ισχυρό γεγονός, το οποίο μέσα σε λίγες ημέρες άλλαξε δραματικά την εικόνα της περιοχής.

«Ο αγώνας είναι άνισος»

Ο κ. Κοντοές υπογράμμισε ότι η επιστημονική κοινότητα παρακολουθεί εδώ και χρόνια τη μεταβολή στη συχνότητα και την ένταση των ακραίων φαινομένων, με τις πυρκαγιές να παρουσιάζουν πλέον διαφορετική συμπεριφορά.

«Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να χάνουμε τους πνεύμονες βλάστησης γύρω από την πόλη της Αθήνας, αλλά και όχι μόνο, σε όλη την Ελλάδα», τόνισε, εξηγώντας ότι η σημερινή πραγματικότητα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με περισσότερες δυνάμεις κατάσβεσης.

«Ο αγώνας είναι άνισος», ανέφερε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι κάθε ημέρα δημιουργεί μια νέα πρόκληση για τις υπηρεσίες και την επιστημονική κοινότητα.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η επιστήμη διαθέτει πλέον εργαλεία που μπορούν να αξιοποιηθούν πολύ πιο αποτελεσματικά στην πρόληψη: έγκαιρη ανίχνευση, υψηλής ανάλυσης εκτίμηση κινδύνου, στοχευμένη ενημέρωση και καλύτερη χωροθέτηση των πυροσβεστικών δυνάμεων.

Όπως εξήγησε, είναι πλέον εφικτό να προσδιορίζεται με μεγαλύτερη ακρίβεια ποια περιοχή της Αττικής αντιμετωπίζει τον μεγαλύτερο κίνδυνο σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ώστε οι δυνάμεις και τα μέσα να κατευθύνονται εκεί όπου υπάρχει η μεγαλύτερη ανάγκη.

Η πρόληψη στο επίκεντρο

Ο κ. Τσίγκας συμφώνησε ότι το βάρος θα πρέπει να μεταφερθεί περισσότερο στο σκέλος της πρόληψης. Όπως είπε, η διαχείριση μιας δασικής πυρκαγιάς δεν αφορά μόνο την κατάσβεση, αλλά έναν ολόκληρο κύκλο που ξεκινά από την πρόληψη και την ετοιμότητα, συνεχίζεται με την επέμβαση και ολοκληρώνεται με την αποκατάσταση.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη διαχείριση της δασικής βλάστησης και στην ανάγκη απομάκρυνσης της συσσωρευμένης βιομάζας και οργανικής ύλης, ώστε να μειώνεται η ένταση των πυρκαγιών.

Παράλληλα, αναφέρθηκε σε παρεμβάσεις όπως η ελεγχόμενη καύση και η ελεγχόμενη βόσκηση, σε συνεργασία με τις αρμόδιες δασικές υπηρεσίες, με στόχο τη δημιουργία πιο ανθεκτικών δασικών οικοσυστημάτων χωρίς να διαταράσσεται η βιοποικιλότητα.

«Δεν πρέπει να περιμένουμε να ξεσπάσει η πυρκαγιά»

Ο Χάρης Κοντοές υπογράμμισε ότι ο διαθέσιμος χρόνος για αλλαγή του μοντέλου αντιμετώπισης των πυρκαγιών είναι πλέον περιορισμένος.

«Ο χρόνος είναι πραγματικά ελάχιστος. Θα σας έλεγα ότι μας έχει ξεπεράσει η πραγματικότητα», σημείωσε, τονίζοντας ότι η χώρα εξακολουθεί να δίνει πολύ μεγάλη έμφαση στην αντιμετώπιση της φωτιάς, ενώ θα πρέπει να προετοιμάζεται πριν αυτή εκδηλωθεί.

«Όταν θα ξεσπάσει η πυρκαγιά, θα είναι πάρα πολύ αργά», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ο ίδιος επισήμανε ότι δεν αρκούν ούτε τα εναέρια μέσα ούτε οι επίγειες δυνάμεις, όσο σημαντική και αν είναι η επιχειρησιακή τους ικανότητα. Χρειάζεται, όπως είπε, να αξιοποιηθούν τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα και να υπάρξει καλύτερη προετοιμασία των τοπικών κοινωνιών.

Η επιστήμη ως εργαλείο πρόληψης

Ο κ. Κοντοές αναφέρθηκε και στη σημασία της μελέτης των προηγούμενων πυρκαγιών, καθώς υπάρχουν περιοχές όπου οι αναφλέξεις επαναλαμβάνονται με συγκεκριμένη συχνότητα.

Ωστόσο, όπως σημείωσε, οι παλιότεροι κύκλοι επαναφοράς των πυρκαγιών δεν μπορούν πλέον να χρησιμοποιούνται ως μοναδικό εργαλείο πρόβλεψης, καθώς οι κλιματικές συνθήκες έχουν αλλάξει σημαντικά. «Υπάρχει μία τρομερή αλλαγή στις συνθήκες, στους ανέμους, στην ξηρασία», τόνισε.

Στο πλαίσιο αυτό, η επιστήμη μπορεί να παρέχει καθημερινά και με μεγάλη ακρίβεια την εικόνα του κινδύνου, επιτρέποντας στις Αρχές να γνωρίζουν ποιες περιοχές χρειάζονται αυξημένη επιτήρηση και πού πρέπει να κατευθυνθούν οι διαθέσιμες δυνάμεις.

Οι συλλήψεις και η διερεύνηση των αιτιών

Ο Κώστας Τσίγκας αναφέρθηκε παράλληλα στη διερεύνηση των αιτιών των πυρκαγιών, επισημαίνοντας ότι οι ενάρξεις αποτελούν κρίσιμο παράγοντα για την εξέλιξη του φαινομένου.

Όπως εξήγησε, η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού και τα ανακριτικά γραφεία του Πυροσβεστικού Σώματος μεταβαίνουν από την πρώτη στιγμή στα σημεία εκδήλωσης των πυρκαγιών, συλλέγοντας στοιχεία, βίντεο, οπτικό υλικό και καταθέσεις, προκειμένου να προσδιοριστούν τα αίτια και, όπου προκύπτουν ευθύνες, να αποδοθούν.

Ο ίδιος υπογράμμισε ότι οι πυροσβεστικές δυνάμεις εξακολουθούν να παραμένουν στο πεδίο μέχρι να διασφαλιστεί ότι δεν υπάρχουν ενεργές εστίες ή σημεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αναζωπύρωση.

Παράλληλα, λόγω της μεγάλης κινητοποίησης στην Αττική, πυροσβέστες από τη Βόρεια Ελλάδα, τη Στερεά Ελλάδα και άλλες περιοχές της χώρας μετακινήθηκαν για να ενισχύσουν τις δυνάμεις, ενώ συνάδελφοί τους κάλυψαν τα κενά στις περιοχές από τις οποίες αποχώρησαν.

Το βασικό συμπέρασμα και των δύο ήταν κοινό: η αντιμετώπιση των πυρκαγιών δεν μπορεί πλέον να στηρίζεται μόνο στην κατάσβεση. Η χώρα χρειάζεται έγκαιρη πρόγνωση του κινδύνου, συστηματική διαχείριση των δασών, καλύτερη προετοιμασία των τοπικών κοινωνιών και αξιοποίηση των επιστημονικών εργαλείων πριν η φωτιά εκδηλωθεί.

 

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή