Χρήστος Χατζηπαναγιώτης: «Είμαστε τσιτωμένοι, είναι μια δυστοπική εποχή και αυτό φαίνεται να μας έχει τρελάνει»
Το δικό του σχόλιο για την εικόνα της σημερινής κοινωνίας κλήθηκε να κάνει ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης στη συνέντευξη που έδωσε στο ένθετο Real life και τη δημοσιογράφο Κορύνα Μανταγάρη. Με αφορμή τις «Εκκλησιάζουσες», την παράσταση με την οποία περιοδεύει αυτό το καλοκαίρι σε όλη την Ελλάδα, ο αγαπημένος πρωταγωνιστής στάθηκε σε μια αλήθεια που συχνά αποφεύγουμε να κοιτάξουμε κατάματα: όσο κι αν αλλάζουν οι εποχές, τα βασικά ερωτήματα, οι αγωνίες και οι συγκρούσεις μοιάζουν να επιστρέφουν ξανά και ξανά. Και σήμερα, μέσα σε μια καθημερινότητα γεμάτη ένταση, αυτό ακούγεται πιο επίκαιρο από ποτέ.
Οι «Εκκλησιάζουσες» λειτουργούν ως ένα πικρό πολιτικό σχόλιο. Μέσα από το σπάσιμο των ορίων, την υπερβολή και τη θεατρική σύμβαση, το έργο φτάνει σε ένα εκκωφαντικό αδιέξοδο, για να αναζητήσει στη συνέχεια λύσεις ικανές να ενώσουν την κοινωνία στον σχεδιασμό ενός κοινού μέλλοντος. Όμως, αναπόφευκτα, η κουβέντα οδηγείται στο τώρα. Γιατί αν τότε ο Αριστοφάνης σατίριζε τα αδιέξοδα της πόλης, σήμερα ο καθένας μας αναγνωρίζει γύρω του μια αντίστοιχη ασφυξία: μια κοινωνία που μοιάζει να έχει χάσει τον ρυθμό της, να βρίσκεται συνεχώς σε επιφυλακή.
Είμαστε τσιτωμένοι, είναι μια δυστοπική εποχή και αυτό φαίνεται να μας έχει τρελάνει
Η φράση του Χρήστου Χατζηπαναγιώτη δεν περιγράφει απλώς ένα συναίσθημα· αποτυπώνει ένα κλίμα. «Όλους μας απασχολεί η έκρηξη βίας», επισημαίνει, και είναι δύσκολο να διαφωνήσει κανείς. Η βία δεν εμφανίζεται μόνο στα ακραία περιστατικά που γίνονται ειδήσεις. Τρυπώνει και στις πιο μικρές, καθημερινές στιγμές: στον δρόμο, στο φανάρι, στον τρόπο που μιλάμε ο ένας στον άλλον, στις συνεργασίες που δοκιμάζονται από τη νευρικότητα και την πίεση.
Υπάρχει μια ένταση διάχυτη, σαν να κυκλοφορεί στον αέρα. «Είμαστε τσιτωμένοι, είναι μια δυστοπική εποχή και αυτό φαίνεται να μας έχει τρελάνει», λέει. Κι αυτή η «δυστοπία» δεν χρειάζεται να έχει τη μορφή μιας ταινίας επιστημονικής φαντασίας για να είναι πραγματική. Μπορεί να είναι η αίσθηση ότι όλα τρέχουν πιο γρήγορα από εμάς, ότι οι βεβαιότητες γκρεμίζονται, ότι ψάχνουμε συνεχώς «πατήματα» για να κρατηθούμε. Μαζί με αυτό έρχεται και η ανάγκη για ηρεμία, μια ανάγκη απλή αλλά τόσο δύσκολη στην πράξη: να ξαναβρούμε το μέτρο, να ξαναβρούμε ανάσα.
Το θέατρο ως ανάσα: ένα ταξιδάκι στην ουτοπία
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης μιλά για τον ρόλο που μπορεί να παίξει το θέατρο όχι ως φυγή, αλλά ως ευκαιρία. «Το θέατρο σου δίνει μια ευκαιρία να κάνεις ένα ταξιδάκι στην ουτοπία και να τα ξεχάσεις όλα», αναφέρει. Είναι ένας χώρος όπου, για λίγο, αλλάζουν οι κανόνες. Εκεί «το πιο παράλογο πράγμα γίνεται παραδεκτό από όλους»—κι αυτή η αποδοχή δεν είναι αφέλεια· είναι άσκηση ελευθερίας.
Στο θέατρο μαθαίνουμε ότι τα πράγματα μπορούν να είναι και αλλιώς. Όχι επειδή αγνοούμε την πραγματικότητα, αλλά επειδή επιτρέπουμε στο μυαλό να δοκιμάσει εναλλακτικές. Αυτό, όπως τονίζει, είναι μια μορφή ελπίδας. Γιατί όταν ο άνθρωπος μπορεί να φανταστεί διαφορετικά, μπορεί—έστω και δειλά—να διεκδικήσει διαφορετικά.
Χαμόγελο μετά την παράσταση: το κέρδος που ανοίγει τον δρόμο
Ο στόχος, ωστόσο, παραμένει βαθιά ανθρώπινος και καθόλου πομπώδης. Αυτό που ελπίζει ο ηθοποιός για όσους θα έρθουν να δουν την παράσταση είναι «να περάσουν ωραία». Αν ο κόσμος βγει με ένα χαμόγελο, «έχουμε κερδίσει το παιχνίδι». Και μέσα σε αυτό το χαμόγελο κρύβεται κάτι ουσιαστικό: η πιθανότητα να ανοίξει χώρος για σκέψη.
Ίσως, μετά το γέλιο ή τη συγκίνηση, ο θεατής να σταθεί για λίγο διαφορετικά απέναντι σε όσα τον βαραίνουν. Να σκεφτεί, να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, να δει τη ζωή «με διαφορετικό μάτι». Και ακόμα κι αν αυτό δεν κρατήσει για πάντα, αρκεί να συμβεί «μια στιγμή». Γιατί και η στιγμή μπορεί να γίνει κέρδος, μπορεί να γίνει σπόρος.
2.500 χρόνια μετά: τα ίδια ερωτήματα, η ίδια ανάγκη να εστιάζουμε στο καλό
Εντυπωσιάζει—και ταυτόχρονα τρομάζει—η διαπίστωση ότι «έπειτα από 2.500 χρόνια τα ίδια πράγματα απασχολούν την κοινωνία». Με τα ίδια θέματα συγκρουόμαστε, τα ίδια παλεύουμε να διορθώσουμε. Η ιστορία, όπως λέει, επαναλαμβάνεται με διαφορετικό τρόπο. Άλλοτε με διαφορετικούς πρωταγωνιστές, άλλοτε με νέα τεχνολογικά μέσα, αλλά με παρόμοιες αγωνίες: εξουσία, αδικία, φόβος, ανάγκη για κοινότητα.
Κι εδώ έρχεται η πιο πρακτική, ίσως, συμβουλή του: σε κάθε στιγμή της ζωής να εστιάζουμε στο καλό και όχι στο κακό. Όχι από άρνηση ή ωραιοποίηση, αλλά ως στάση που μας βοηθά να ζούμε καλύτερα, να μη βουλιάζουμε στην τοξικότητα της εποχής. Σε μια περίοδο που «είμαστε τσιτωμένοι, είναι μια δυστοπική εποχή και αυτό φαίνεται να μας έχει τρελάνει», η επιλογή να κρατηθούμε από το καλό δεν είναι πολυτέλεια. Είναι τρόπος επιβίωσης—και, γιατί όχι, τρόπος επανεκκίνησης.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης