Προειδοποιήσεις Eurobank για νέες ανατιμήσεις σε αέριο και πετρέλαιο
Η Ευρώπη εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο ενεργειακών κινδύνων που μπορούν να μεταφραστούν σε νέες αυξήσεις τιμών, ωστόσο –όπως τονίζει η Eurobank– το τοπίο δεν θυμίζει πλέον την περίοδο πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Οι ισορροπίες έχουν αλλάξει, οι πηγές τροφοδοσίας έχουν αναδιαταχθεί και οι αγορές αντιδρούν σε διαφορετικά ερεθίσματα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι προειδοποιήσεις Eurobank για νέες ανατιμήσεις σε αέριο και πετρέλαιο αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς δείχνουν ότι οι αναταράξεις στις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού και οι γεωπολιτικές εξελίξεις μπορούν ακόμη να πυροδοτήσουν πιέσεις στο κόστος ενέργειας και, κατ’ επέκταση, στον πληθωρισμό και την πραγματική οικονομία.
Νέα μελέτη της Eurobank Research αναδεικνύει ότι, παρότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ενισχύσει σε έναν βαθμό την ενεργειακή της ασφάλεια μέσω διαφοροποίησης προμηθευτών –ιδίως στο αργό πετρέλαιο–, ταυτόχρονα έχει αυξήσει την έκθεσή της σε άλλους, πιο «παγκοσμιοποιημένους» κινδύνους. Το βασικό παράδειγμα είναι η μεγαλύτερη εξάρτηση από τις αγορές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), όπου ο ανταγωνισμός είναι διεθνής και οι τιμές επηρεάζονται άμεσα από γεγονότα εκτός ευρωπαϊκών συνόρων.
Προειδοποιήσεις Eurobank για νέες ανατιμήσεις σε αέριο και πετρέλαιο: τι έχει αλλάξει
Σύμφωνα με τη Eurobank, η Ευρώπη παραμένει ευάλωτη σε κλυδωνισμούς στις τιμές της ενέργειας, αλλά η φύση αυτής της ευπάθειας διαφέρει σε σχέση με το παρελθόν και δεν είναι ίδια για όλες τις αγορές. Η αγορά φυσικού αερίου και η αγορά πετρελαίου «αντιδρούν» με διαφορετικούς μηχανισμούς, καθώς έχουν διαφορετικές αλυσίδες εφοδιασμού, επίπεδα αποθεμάτων, εναλλακτικές πηγές και βαθμό σύνδεσης με γεωπολιτικά γεγονότα.
Η πρόσφατη ένταση στη Μέση Ανατολή και η σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν λειτούργησαν ως υπενθύμιση ότι οι διεθνείς ενεργειακές αλυσίδες παραμένουν ευαίσθητες σε γεωπολιτικούς κραδασμούς. Ακόμη κι αν η Ευρώπη δεν βρίσκεται γεωγραφικά στο επίκεντρο αυτών των εξελίξεων, επηρεάζεται μέσω της παγκόσμιας αγοράς, των θαλάσσιων μεταφορών και της διαθεσιμότητας φορτίων LNG.
Γιατί το φυσικό αέριο στην ΕΕ παραμένει πιο ευάλωτο
Η μελέτη επισημαίνει ότι οι ευρωπαϊκές αγορές φυσικού αερίου εμφανίστηκαν πιο ευάλωτες σε σχέση με την αγορά πετρελαίου, ιδίως υπό συνθήκες έντασης στη Μέση Ανατολή. Τρεις παράγοντες ξεχωρίζουν:
– Χαμηλότερα επίπεδα αποθεμάτων σε ορισμένες φάσεις της περιόδου.
– Έντονος διεθνής ανταγωνισμός για φορτία LNG, που μπορεί να «τραβήξει» διαθέσιμες ποσότητες προς άλλες αγορές όταν οι τιμές εκεί είναι υψηλότερες.
– Η προγραμματισμένη εξάλειψη των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου έως τον Οκτώβριο του 2027, η οποία κρατά σε εγρήγορση την αγορά και περιορίζει τα περιθώρια χαλάρωσης.
Παρόλα αυτά, η Eurobank υπογραμμίζει κάτι κρίσιμο: η άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου, αν και υπαρκτή, ήταν σαφώς μικρότερη από εκείνη που καταγράφηκε στην αρχή του πολέμου στην Ουκρανία το 2022. Αυτό δείχνει ότι έχουν λειτουργήσει μηχανισμοί προσαρμογής, χωρίς όμως να εξαφανίζονται οι κίνδυνοι νέων ανατιμήσεων.
Γιατί το πετρέλαιο άντεξε καλύτερα στις πιέσεις
Στην πλευρά του πετρελαίου, η εικόνα ήταν πιο «ανθεκτική» για την Ευρώπη. Η Eurobank αποδίδει αυτή τη σχετική σταθεροποίηση σε δύο βασικούς λόγους:
Πρώτον, η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου το προηγούμενο έτος και στις αρχές του 2026 κινήθηκε αυξητικά σε σχέση με τη ζήτηση, γεγονός που συνέβαλε στη συσσώρευση αποθεμάτων. Δεύτερον, η διαφοροποίηση προμηθευτών στην ΕΕ λειτούργησε ως ανάχωμα, περιορίζοντας τον κίνδυνο απότομης ανόδου τιμών ειδικά στην ευρωπαϊκή αγορά.
Η συσσώρευση αποθεμάτων –σε σημαντικό βαθμό και από την Κίνα– λειτούργησε επίσης εξισορροπητικά. Όταν υπάρχουν διαθέσιμα αποθέματα στο παγκόσμιο σύστημα, οι αγορές τείνουν να αντιδρούν πιο ήπια σε βραχυπρόθεσμες αναταράξεις.
Η μετάβαση στις ΑΠΕ: ασπίδα μεν, αλλά όχι άμεση
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να επιταχύνει τη μετάβαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Το 2023 αύξησε τον δεσμευτικό στόχο για το μερίδιο των ΑΠΕ στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας το 2030 στο 42,5%, με φιλοδοξία να φτάσει το 45%, από προηγούμενο στόχο 32%. Ωστόσο, τα προσωρινά στοιχεία της Επιτροπής για το 2025 δείχνουν ότι η συμμετοχή των ΑΠΕ βρίσκεται ακόμη χαμηλότερα, στο 26,2%, μακριά από την απαιτούμενη τροχιά.
Αυτό είναι το σημείο που «δένει» με τον πυρήνα των προειδοποιήσεων Eurobank για νέες ανατιμήσεις σε αέριο και πετρέλαιο: μεσοπρόθεσμα η μετάβαση στις ΑΠΕ μπορεί να μειώσει τη ζήτηση ορυκτών καυσίμων και άρα να προσφέρει μεγαλύτερη προστασία από δυσμενείς εξελίξεις. Όμως η προσαρμογή πιθανότατα θα είναι πιο σταδιακή από όσο θα ήθελε η Ευρώπη, εφόσον η διείσδυση των ΑΠΕ δεν επιταχύνεται με τον αναγκαίο ρυθμό.
Τι χρειάζεται για να πέσουν σταθερά οι πληθωριστικές πιέσεις
Η Eurobank επισημαίνει ότι για να περιοριστούν με διάρκεια οι πληθωριστικές πιέσεις που προκύπτουν από τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου –και που συχνά οδηγούν σε προσαρμογές της νομισματικής πολιτικής, επηρεάζοντας επιχειρήσεις και νοικοκυριά– απαιτείται πιο αποφασιστική επενδυτική ώθηση. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο περισσότερες ΑΠΕ, αλλά ένα ενεργειακό σύστημα που μπορεί να τις αξιοποιήσει απρόσκοπτα.
Οι βασικές προτεραιότητες που αναδεικνύονται είναι:
– Επενδύσεις στην ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ.
– Υποδομές αποθήκευσης, ώστε η παραγωγή να εξομαλύνεται όταν δεν φυσά ή δεν έχει ήλιο.
– Αναβάθμιση δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας για να αντέχουν νέα φορτία και αποκεντρωμένη παραγωγή.
– Ενίσχυση των διασυνοριακών διασυνδέσεων, ώστε οι χώρες να μοιράζονται καλύτερα πλεονάσματα και ελλείμματα.
Συμπέρασμα: ένας νέος τύπος ενεργειακού κινδύνου
Η Ευρώπη έχει μειώσει σημαντικά την εξάρτησή της από τη Ρωσία, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι «έκλεισε» ο κύκλος των ενεργειακών κινδύνων. Αντίθετα, όπως υπογραμμίζουν οι προειδοποιήσεις Eurobank για νέες ανατιμήσεις σε αέριο και πετρέλαιο, η έκθεση μετατοπίζεται: από την υπερσυγκέντρωση προμήθειας σε έναν προμηθευτή, σε ένα πιο σύνθετο ρίσκο που συνδέεται με τις διακυμάνσεις της διεθνούς αγοράς LNG και με γεωπολιτικές εξελίξεις εκτός Ευρώπης. Η επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, μαζί με επενδύσεις σε αποθήκευση, δίκτυα και διασυνδέσεις, αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για να περιοριστούν οι πιθανότητες νέων ανατιμήσεων και να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας απέναντι στις επόμενες κρίσεις.
Σχετικά Άρθρα
07/08/2026 - 11:46
07/08/2026 - 10:50
07/08/2026 - 09:50
Δείτε επίσης