Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2026

ΤτΕ για Ιούνιο: Στο 4,74% τα επιτόκια των δανείων, στο 0,35% έμειναν οι καταθέσεις

Νέα άνοδο κατέγραψαν τον Ιούνιο τα επιτόκια των υφιστάμενων δανείων, την ώρα που οι αποδόσεις στις καταθέσεις παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητες, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ).

Η εικόνα αυτή ενισχύει το «άνοιγμα» ανάμεσα στο κόστος δανεισμού και την ανταμοιβή της αποταμίευσης, με άμεσες συνέπειες για νοικοκυριά και επιχειρήσεις: από τη μία αυξάνεται η επιβάρυνση όσων εξυπηρετούν ήδη δάνεια, και από την άλλη οι καταθέτες συνεχίζουν να βλέπουν περιορισμένες αποδόσεις, παρά το περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων.

Συγκεκριμένα, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των υφιστάμενων δανείων αυξήθηκε κατά 11 μονάδες βάσης και διαμορφώθηκε στο 4,74%. Αντίθετα, το αντίστοιχο μέσο επιτόκιο των καταθέσεων έμεινε ουσιαστικά σταθερό στο 0,35%. Ως αποτέλεσμα, η διαφορά ανάμεσα στα δύο (το γνωστό περιθώριο επιτοκίου) διευρύνθηκε στις 4,39 ποσοστιαίες μονάδες, από 4,29 ποσοστιαίες μονάδες τον Μάιο.

Στην αγορά των νέων τραπεζικών προϊόντων, η εικόνα ήταν πιο ισορροπημένη αλλά όχι αρκετή για να αλλάξει τη συνολική τάση. Το μέσο επιτόκιο όλων των νέων καταθέσεων διαμορφώθηκε στο 0,36% (από 0,34% τον προηγούμενο μήνα), ενώ το μέσο επιτόκιο των νέων δανείων παρέμεινε αμετάβλητο στο 4,65%. Έτσι, το περιθώριο επιτοκίου στα νέα προϊόντα υποχώρησε οριακά στις 4,29 ποσοστιαίες μονάδες, από 4,31 τον Μάιο, χωρίς όμως να σηματοδοτεί κάποια ουσιαστική ανακούφιση για τους δανειολήπτες ή σημαντική βελτίωση για τους καταθέτες.

Τα στοιχεία της ΤτΕ για τον Ιούνιο αποτυπώνουν με σαφήνεια ότι η «ψαλίδα» παραμένει μεγάλη. Το 4,74% στα υφιστάμενα δάνεια δεν είναι απλώς ένας αριθμός: αντανακλά υψηλότερες δόσεις για δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου και αυξημένο χρηματοοικονομικό βάρος για επιχειρήσεις που αναχρηματοδοτούνται ή που έχουν ανάγκη κεφαλαίου κίνησης. Την ίδια στιγμή, το 0,35% στις καταθέσεις δείχνει ότι η απόδοση της ρευστότητας που διατηρούν οι πολίτες στις τράπεζες παραμένει σε πολύ χαμηλά επίπεδα.

Η εξέλιξη αυτή έχει διπλή ανάγνωση. Από τη μια πλευρά, οι τράπεζες μετακυλίουν πιο γρήγορα τις μεταβολές του κόστους χρήματος στα δάνεια, ιδίως στα κυμαινόμενα. Από την άλλη, οι καταθέσεις —ειδικά οι άμεσα ρευστοποιήσιμες— συνεχίζουν να αμείβονται με πολύ μικρά ποσοστά, με αποτέλεσμα οι αποταμιευτές να δυσκολεύονται να δουν ουσιαστική ενίσχυση του εισοδήματός τους από τόκους.

Οι αποδόσεις στις νέες καταθέσεις: μικρές κινήσεις, μεγάλη απόσταση

Στις καταθέσεις μίας ημέρας των νοικοκυριών, το μέσο επιτόκιο παρέμεινε αμετάβλητο στο 0,03%, επιβεβαιώνοντας ότι η ευελιξία της άμεσης πρόσβασης στα χρήματα «κοστίζει» σε απόδοση. Στις αντίστοιχες καταθέσεις των επιχειρήσεων καταγράφηκε αύξηση κατά 10 μονάδες βάσης, με το επιτόκιο να φτάνει στο 0,20%, μια μεταβολή που, αν και θετική, δεν αλλάζει ουσιαστικά τη συνολική εικόνα.

Πιο αισθητή ήταν η μεταβολή στις προθεσμιακές καταθέσεις. Το επιτόκιο των καταθέσεων των νοικοκυριών με συμφωνημένη διάρκεια έως ένα έτος αυξήθηκε κατά 6 μονάδες βάσης και διαμορφώθηκε στο 1,20%. Στις επιχειρήσεις, το επιτόκιο καταθέσεων έως ένα έτος έμεινε σχεδόν αμετάβλητο στο 1,91%. Οι αποδόσεις αυτές δείχνουν ότι οι καλύτερες επιλογές για τους καταθέτες συνδέονται με «κλείδωμα» κεφαλαίων για συγκεκριμένο διάστημα, όμως ακόμη και τότε, η απόσταση από τα επιτόκια χορηγήσεων παραμένει πολύ μεγάλη.

Κάρτες και ανοικτά δάνεια: επιτόκια στο 14,49%

Στην κατηγορία των καταναλωτικών δανείων χωρίς καθορισμένη διάρκεια —όπου περιλαμβάνονται πιστωτικές κάρτες, ανοικτά δάνεια και υπεραναλήψεις— το επιτόκιο μειώθηκε κατά 14 μονάδες βάσης, αλλά παρέμεινε σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο, στο 14,49%. Πρόκειται για ένα από τα πιο «ακριβά» χρηματοδοτικά προϊόντα, που επιβαρύνει ιδιαίτερα όσους βασίζονται σε ανακυκλούμενη πίστωση.

Στα καταναλωτικά δάνεια συγκεκριμένης διάρκειας με κυμαινόμενο επιτόκιο σημειώθηκε μείωση κατά 12 μονάδες βάσης, στο 10,63%. Αντίθετα, στα νέα στεγαστικά δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο καταγράφηκε αύξηση κατά 6 μονάδες βάσης, με το μέσο επιτόκιο να διαμορφώνεται στο 3,56%, εξέλιξη που έχει σημασία για όσους σχεδιάζουν αγορά κατοικίας ή μεταφορά δανείου.

Στα επιχειρηματικά δάνεια χωρίς καθορισμένη διάρκεια, το επιτόκιο αυξήθηκε στο 4,69%, ενώ στα επαγγελματικά δάνεια παρέμεινε σχεδόν σταθερό στο 6,82%. Για τα νέα επιχειρηματικά δάνεια συγκεκριμένης διάρκειας και κυμαινόμενου επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο διαμορφώθηκε στο 4,23%. Στα δάνεια προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) σημειώθηκε άνοδος, με το επιτόκιο να ανεβαίνει στο 4,51%, μια μεταβολή που μπορεί να επηρεάσει το κόστος επενδύσεων και λειτουργίας για τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας.

Υφιστάμενα στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια: συνέχιση της ανόδου

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι μεταβολές στα υφιστάμενα δάνεια, καθώς αυτές αφορούν δανειολήπτες που ήδη εξυπηρετούν υποχρεώσεις. Στα υφιστάμενα στεγαστικά δάνεια διάρκειας άνω των πέντε ετών, το μέσο επιτόκιο αυξήθηκε κατά 6 μονάδες βάσης και διαμορφώθηκε στο 3,66%. Στα καταναλωτικά και λοιπά δάνεια προς ιδιώτες, το μέσο επιτόκιο ανέβηκε στο 8,45%, προσθέτοντας πίεση σε οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η άνοδος στα επιχειρηματικά δάνεια διάρκειας άνω των πέντε ετών, όπου το επιτόκιο αυξήθηκε κατά 17 μονάδες βάσης και έφτασε στο 4,31%. Στα αντίστοιχα επαγγελματικά δάνεια, η αύξηση ήταν 13 μονάδες βάσης, με το επιτόκιο να διαμορφώνεται στο 5,52%. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι οι μακροπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις παραμένουν ευάλωτες σε μεταβολές του κόστους χρήματος, ειδικά όταν είναι κυμαινόμενες.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή