Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2026

Δικηγόρος θυμάτων Marfin: «Αν αποδειχθεί η εμπλοκή των συλληφθέντων, θα είναι λύτρωση και δικαίωση για τα θύματα»

Για «λύτρωση» και «δικαίωση» των οικογενειών των θυμάτων και των τραυματιών της εμπρηστικής επίθεσης στη Marfin μίλησε ο δικηγόρος τους, Θρασύβουλος Κονταξής, σχολιάζοντας στην εκπομπή Update τις πρόσφατες συλλήψεις δύο υπόπτων και το ένταλμα σύλληψης για τρίτο άτομο, 16 χρόνια μετά την τραγωδία που σημάδεψε την ελληνική κοινωνία. Στον πυρήνα της τοποθέτησής του, ο δικηγόρος θυμάτων Marfin υπογράμμισε ότι κάθε εξέλιξη αποκτά πραγματικό νόημα μόνο εφόσον στηρίζεται σε ισχυρά, αποδεικτικά θεμελιωμένα στοιχεία και οδηγεί σε ουσιαστική λογοδοσία.

Όπως ανέφερε, «αν πράγματι είναι αποδεικτικά θεμελιωμένη η εμπλοκή των συγκεκριμένων ανθρώπων, θα είναι μία λύτρωση, μία δικαίωση για τα θύματα, για τους τραυματίες και για τις οικογένειές τους».

Ωστόσο, έσπευσε να θέσει μια κρίσιμη προϋπόθεση: η υπόθεση πρέπει να κλείσει με τρόπο που αντέχει στον χρόνο και στον έλεγχο της Δικαιοσύνης, επειδή στο παρελθόν υπήρξε προγενέστερη ποινική δίωξη που τελικά δεν απέδωσε. «Θα κλείσει επιτέλους ένα συλλογικό τραύμα, πάντα υπό την προϋπόθεση ότι είναι αποδεικτικά θεμελιωμένη, γιατί υπήρξε και μία προγενέστερη ποινική δίωξη, η οποία απέβη άκαρπη», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Η δικαίωση περνά μόνο μέσα από αποδείξεις

Ο κ. Κονταξής κράτησε σαφή και προσεκτική στάση απέναντι στις νέες εξελίξεις. Από τη μία, αναγνώρισε τη σημασία των συλλήψεων ως ένα ενδεχόμενο βήμα προς την αλήθεια. Από την άλλη, ξεκαθάρισε ότι η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ποινική διαδικασία: η εμπλοκή δεν τεκμαίρεται, αλλά αποδεικνύεται.

Στο ίδιο πλαίσιο, υπογράμμισε πως το γεγονός ότι κάποιοι μπορεί να είχαν απασχολήσει στο παρελθόν τις αρχές δεν αρκεί από μόνο του για να στοιχειοθετηθεί συμμετοχή σε συγκεκριμένο έγκλημα.

«Η ύπαρξη και μόνο ποινικού μητρώου δεν σημαίνει ότι κάποιος συνδέεται με μία συγκεκριμένη εγκληματική πράξη. Πρέπει να ταυτοποιηθεί η σύνδεσή του με την υπόθεση», τόνισε, δίνοντας βάρος στην ανάγκη τεκμηρίωσης και στην ορθή εφαρμογή των εγγυήσεων της Δικονομίας.

«Η υπόθεση δεν εγκαταλείφθηκε, αλλά ήταν εν υπνώσει»

Αναφερόμενος στην πορεία της έρευνας όλα αυτά τα χρόνια, ο δικηγόρος θυμάτων Marfin είπε πως, σύμφωνα με την πληροφόρηση που διαθέτει, η δικογραφία δεν είχε εγκαταλειφθεί πλήρως, αλλά βρισκόταν «εν υπνώσει».

Με άλλα λόγια, μπορεί να μην υπήρχε σταθερή ορατή πρόοδος για μεγάλα διαστήματα, όμως υπήρχε ένα υπόστρωμα παρακολούθησης και επαγρύπνησης από τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Όπως εξήγησε, στη δεύτερη αυτή φάση, πριν εκδοθούν τα εντάλματα σύλληψης, είχε προηγηθεί η αποστολή e-mail προς το αποκαλούμενο «ελληνικό FBI», στοιχείο που—κατά την εκτίμησή του—δείχνει ότι υπήρξε επανενεργοποίηση της διερεύνησης με πιο συγκεκριμένη κατεύθυνση. «Επομένως, η δικογραφία μπορεί να ήταν εν υπνώσει, αλλά οι αστυνομικές αρχές παρέμεναν πάντα σε εγρήγορση», ανέφερε.

Η προγενέστερη έρευνα και το βάρος της ιστορικής μνήμης

Ο κ. Κονταξής έκανε διάκριση ανάμεσα στην παλαιότερη προσπάθεια διερεύνησης και στη σημερινή. Η πρώτη, όπως είπε, στηρίχθηκε σε μια επιστολή που υπεδείκνυε συγκεκριμένα άτομα, χωρίς να προκύπτει επαρκής σύνδεση με την πράξη. Το αποτέλεσμα ήταν τα πρόσωπα αυτά να αθωωθούν στο δικαστήριο, εξέλιξη που επιβεβαιώνει—κατά την άποψή του—πόσο εύθραυστη μπορεί να αποδειχθεί μια δικογραφία όταν δεν έχει στέρεη βάση.

Παράλληλα, δεν έκρυψε την ενόχλησή του για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η υπόθεση στη δημόσια σφαίρα τα προηγούμενα χρόνια. «Αυτό που με λυπεί περισσότερο είναι ότι όλα αυτά τα 16 χρόνια συγκεκριμένοι πολιτικοί και ιδεολογικοί χώροι προσπάθησαν να εξαφανίσουν από την ιστορική μνήμη και να απαξιώσουν το τραγικό συμβάν.

Προφανώς ομοϊδεάτες των συλληφθέντων», δήλωσε, μεταφέροντας το βάρος που—όπως αφήνει να εννοηθεί—κουβάλησαν οι οικογένειες όχι μόνο από την απώλεια, αλλά και από τη διαχείριση της μνήμης του γεγονότος.

Οι οικογένειες 16 χρόνια μετά: σιωπή, αξιοπρέπεια, τραύμα

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην ψυχική κατάσταση των ανθρώπων που βίωσαν την τραγωδία. «Βίωσαν το φάσμα του θανάτου και συνεχίζουν να ζουν με αυτές τις τραγικές αναμνήσεις», είπε, εξηγώντας γιατί οι οικογένειες και οι τραυματίες δεν εμφανίστηκαν συχνά δημόσια όλα αυτά τα χρόνια.

Κατά τον ίδιο, η επιλογή τους να μείνουν μακριά από τα φώτα δεν σημαίνει αδιαφορία ή παραίτηση, αλλά έναν τρόπο επιβίωσης και προστασίας από τη διαρκή αναμόχλευση του πόνου.

Μάλιστα, επεσήμανε ότι, σε αντίθεση με άλλες συναφείς υποθέσεις, οι οικογένειες στάθηκαν «απόλυτα αξιοπρεπείς» και δεν αξιοποίησαν δημόσια την οδύνη τους. Πρόκειται για μια τοποθέτηση που επιχειρεί να φωτίσει μια λιγότερο ορατή διάσταση: ότι πίσω από τις νομικές διαδικασίες υπάρχουν άνθρωποι που ζουν με τις συνέπειες, συχνά μακριά από κάμερες και δηλώσεις.

Τι μπορεί να άλλαξε τώρα: η τεχνολογία στην εγκληματολογική έρευνα

Ερωτηθείς τι μπορεί να οδήγησε σήμερα σε εξελίξεις, ο κ. Κονταξής έδωσε μια πιθανή εξήγηση που δεν στηρίζεται σε εικασίες, αλλά σε μια πραγματικότητα των τελευταίων ετών: τη ραγδαία πρόοδο των εγκληματολογικών μεθόδων. Όπως σημείωσε, «η επιστημονική εξέλιξη των εγκληματολογικών μεθόδων μέσα σε αυτά τα 16 χρόνια είναι ραγδαία. Αυτά που μπορεί να κάνει σήμερα η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος δεν είχε τα τεχνικά εργαλεία πριν από 16 χρόνια».

Η παρατήρηση αυτή λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι υποθέσεις που κάποτε έμοιαζαν να έχουν κολλήσει μπορούν να επανεξεταστούν με νέα μέσα, νέα εργαλεία και διαφορετικές δυνατότητες διασταύρωσης δεδομένων—χωρίς αυτό να σημαίνει αυτομάτως ενοχή, αλλά αυξημένη πιθανότητα ασφαλέστερων συμπερασμάτων.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή