Η Νίκη Κάρτσωνα «σπάει» στην κάμερα για την απώλεια της μητέρας της: «Κλαίω κάθε βράδυ και το πρωί της ζητάω συγγνώμη»

Συνέντευξη στην Όλγα Λαφαζάνη και την κάμερα του Happy Day παραχώρησε η Νίκη Κάρτσωνα, ανοίγοντας την καρδιά της για τις μεγάλες αλλαγές που ετοιμάζει στη ζωή της, αλλά και για την απώλεια της μητέρας της, μια πληγή που παραμένει ανοιχτή. Το πρώην μοντέλο και σήμερα επιχειρηματίας υποδέχτηκε το συνεργείο στο κατάστημά της στην Καλαμάτα, έναν χώρο που δεν είναι απλώς επαγγελματικός σταθμός, αλλά ένα σημείο επιστροφής, μνήμης και προσωπικής ανασύνθεσης. Εκεί, ανάμεσα σε σχέδια για ένα νέο ξεκίνημα, η Νίκη Κάρτσωνα «σπάει» στην κάμερα περιγράφοντας το βάρος της απουσίας και την προσπάθεια να σταθεί ξανά στα πόδια της.

Η Νίκη Κάρτσωνα επιστρέφει στην Καλαμάτα για να «βρει» τη Νικούλα μέσα της

Για τη Νίκη Κάρτσωνα, η Καλαμάτα δεν είναι απλώς ο τόπος καταγωγής της. Είναι το μέρος όπου νιώθει ότι άφησε πίσω της ένα κομμάτι του εαυτού της, πολύ νωρίς, σχεδόν βίαια, εξαιτίας των απαιτήσεων που έφερε η πορεία της στον αθλητισμό και αργότερα στην καριέρα της.

Όπως εξηγεί η ίδια, γεννήθηκε και έζησε εκεί μέχρι τα 12 της χρόνια. Στη συνέχεια έφυγε για την Αθήνα, καθώς βρέθηκε ως εσώκλειστη στο Ολυμπιακό Στάδιο με την Εθνική Ομάδα Ρυθμικής Γυμναστικής. Αυτό, όπως παραδέχεται, της στέρησε από μικρή ηλικία τον τόπο που αγαπούσε και μια πιο «κανονική» παιδική ζωή. Από τότε μέχρι σήμερα, η βάση της ήταν η Αθήνα, όμως η σύνδεσή της με την Καλαμάτα δεν κόπηκε ποτέ.

Η σχέση αυτή έγινε ακόμα πιο σταθερή όταν, το 2007, άνοιξε το πρώτο της κατάστημα στην πόλη. Από τότε, όπως λέει, βρίσκεται εκεί ανελλιπώς, σχεδόν με τελετουργική συνέπεια: κάθε Παρασκευή στην Καλαμάτα, κάθε Σάββατο πίσω στην Αθήνα. Ένα συνεχές πήγαινε-έλα που δείχνει ότι η επιστροφή δεν ήταν ποτέ μια ξαφνική ιδέα, αλλά ένα όνειρο που ωρίμαζε χρόνια.

Σήμερα, η απόφαση να μετακομίσει μόνιμα στην Καλαμάτα με την οικογένειά της μοιάζει να έρχεται ως φυσική συνέχεια. Η ίδια τοποθετεί χρονικά αυτό το μεγάλο βήμα μέσα στον επόμενο χρόνο, περιγράφοντάς το όχι μόνο ως αλλαγή τόπου αλλά ως επιστροφή στον εαυτό της. Θέλει, όπως λέει, «να γυρίσει και να βρει το παιδί Νίκη»: να ξαναδεί τις παιδικές της φίλες, να πάρει το ποδήλατό της, να αγκαλιάσει τη «Νικούλα» που άφησε πίσω, να ασχοληθεί περισσότερο με την προσωπική της ηρεμία και να επιτρέψει στον εαυτό της να χαλαρώσει.

Η Νίκη Κάρτσωνα και η «συγχρονικότητα» που της άφησε οδηγία η μητέρα της

Καθώς η κουβέντα προχωρά, η Νίκη Κάρτσωνα μιλά για κάτι που την καθοδηγεί: την πίστη της στη συμπαντικότητα και στη συγχρονικότητα των γεγονότων. Δεν το λέει επιφανειακά, σαν εύκολο μότο. Το συνδέει με μια πολύ συγκεκριμένη στιγμή που τη σημάδεψε.

Αναφέρει πως ακόμα και το πότε «κλείστηκε» το συγκεκριμένο μαγαζί δεν ήταν τυχαίο: έγινε δύο μήνες πριν φύγει από τη ζωή η μητέρα της. Και εκείνη, με τρόπο που σήμερα η Νίκη Κάρτσωνα ερμηνεύει ως καθαρή «οδηγία», της είπε: «Προχώρα, μη φοβάσαι». Σαν να ήθελε να την προετοιμάσει για την επόμενη, δυσκολότερη φάση—να της αφήσει κάτι χειροπιαστό, μια απασχόληση, έναν σκοπό, ώστε να μην την καταπιεί το πένθος.

Η Νίκη Κάρτσωνα μιλά γι’ αυτή τη φράση σαν για κληρονομιά. Όχι υλική, αλλά ψυχική. Μια τελευταία ενθάρρυνση που σήμερα λειτουργεί ως φάρος. Τη χαρακτηρίζει «η οδηγία της Τζένης», δίνοντας στη μητέρα της ένα όνομα και, μαζί, μια θέση που παραμένει ζωντανή στην καθημερινότητά της.

Η Νίκη Κάρτσωνα «σπάει» στην κάμερα για την απώλεια της μητέρας της

Όταν η συζήτηση φτάνει στον θάνατο της μητέρας της, η Νίκη Κάρτσωνα συγκινείται βαθιά. Η φωνή της «σπάει», όχι από τηλεοπτικό μελό, αλλά από το φορτίο μιας απώλειας που δεν εξημερώνεται εύκολα, ακόμα κι όταν—όπως λέει—ήταν η «φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων».

Η ίδια παραδέχεται ότι της είναι δύσκολο να ανοίξει αυτό το κεφάλαιο. Χαρακτηρίζει την απώλεια «τεράστια», ειδικά επειδή, όπως τονίζει, είχε μια «τόσο καλή μαμά». Και τότε έρχεται η πιο ανθρώπινη εξομολόγηση: κάθε βράδυ της ζητά συγγνώμη. Γιατί κλαίει. Γιατί στεναχωριέται καθημερινά. Γιατί ξέρει—όπως το νιώθει κάθε παιδί—ότι καμία μητέρα δεν θέλει να βλέπει το παιδί της να υποφέρει.

Η Νίκη Κάρτσωνα περιγράφει μια καθημερινή, επαναλαμβανόμενη συνήθεια που μοιάζει με προσευχή: το βράδυ της λέει «σ’ αγαπώ» και «συγγνώμη που έκλαψα και σήμερα». Κι όμως, όσο κι αν προσπαθεί να εξηγήσει στον εαυτό της ότι η μητέρα της ήθελε να «φύγει», ότι είχε κουραστεί, ότι έφυγε σε μια στιγμή που η ίδια το επέλεξε, η απουσία δεν μικραίνει. «Μας λείπει πάρα πολύ», λέει, και η φράση ακούγεται σαν να περιέχει όλα όσα δεν χωρούν σε λέξεις.

Στο τέλος, αυτό που μένει από τη συνέντευξη δεν είναι μόνο η εικόνα μιας γυναίκας που σχεδιάζει μια νέα αρχή στην Καλαμάτα, αλλά μιας κόρης που συνεχίζει να μιλά στη μητέρα της σαν να είναι παρούσα. Η Νίκη Κάρτσωνα «σπάει» στην κάμερα, αλλά ταυτόχρονα δείχνει και κάτι άλλο: ότι το πένθος συνυπάρχει με την κίνηση προς τα μπροστά. Και ότι ίσως αυτή να είναι η πιο δύσκολη, αλλά και η πιο ουσιαστική μορφή δύναμης—να προχωράς, κρατώντας μέσα σου την αγάπη, τη μνήμη και την «οδηγία» που σου άφησε εκείνος που σου λείπει περισσότερο.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή