Ο ευρωπαϊκός καύσωνας θα επηρεάσει περιοχές της Ελλάδας με μέγιστη θερμοκρασία 39 βαθμών
Ο ευρωπαϊκός καύσωνας που «γονάτισε» τη Δυτική και την Κεντρική Ευρώπη μετατοπίζεται σταδιακά ανατολικότερα, προς τη δυτική Βαλκανική χερσόνησο, και αναμένεται να επηρεάσει και περιοχές της Ελλάδας έως την Παρασκευή. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι σε «ευπαθείς» περιοχές—όπως ο κάμπος της Θεσσαλίας, τμήματα της Κεντρικής Μακεδονίας και περιοχές της Πελοποννήσου—οι μέγιστες θερμοκρασίες μπορεί να φτάσουν τους 38 και 39 βαθμούς Κελσίου.
Για τον ευρωπαϊκό καύσωνα, ο πυρομετεωρολόγος Θεόδωρος Γιάνναρος, μιλώντας στην ΕΡΤ, διευκρίνισε ότι δεν πρόκειται για οριστική πρόγνωση αλλά για ενδείξεις, οι οποίες ωστόσο απαιτούν προσοχή, έγκαιρη προετοιμασία και ενημέρωση.
Παράλληλα, από τα ίδια μετεωρολογικά «σήματα» προκύπτει ότι ένα νέο σύστημα υψηλών πιέσεων ενδέχεται να αναπτυχθεί εκ νέου πάνω από τη Δυτική και την Κεντρική Ευρώπη από τα μέσα προς τα τέλη του Ιουλίου, υπογραμμίζοντας ότι τέτοιου τύπου επεισόδια δεν εμφανίζονται ως μεμονωμένα γεγονότα, αλλά συχνά ακολουθούν μια επαναλαμβανόμενη δυναμική.
Ευρωπαϊκός καύσωνας: Πώς μετακινείται προς τα Βαλκάνια και την Ελλάδα
Ο ευρωπαϊκός καύσωνας δεν «εμφανίζεται» και «εξαφανίζεται» απότομα. Πρόκειται για μια μετατόπιση θερμών αερίων μαζών, σε συνδυασμό με σταθερά πεδία υψηλών πιέσεων που ευνοούν την ηλιοφάνεια, περιορίζουν τους ανέμους και μειώνουν τη δυνατότητα της ατμόσφαιρας να «ανανεωθεί».
Έτσι, καθώς το θερμό κύμα μετακινείται ανατολικά, περιοχές της Ελλάδας βρίσκονται σε αυξημένη πιθανότητα να δουν πολύ υψηλές μέγιστες θερμοκρασίες, ιδιαίτερα σε πεδινές και εσωτερικές ζώνες όπου η θερμότητα εγκλωβίζεται ευκολότερα.
Σε τέτοιες συνθήκες, δεν έχει σημασία μόνο η απόλυτη τιμή του θερμομέτρου. Μεγάλο ρόλο παίζουν και η διάρκεια της ζέστης, οι υψηλές ελάχιστες θερμοκρασίες τη νύχτα (που δυσκολεύουν την αποφόρτιση του οργανισμού), αλλά και οι τοπικές ιδιαιτερότητες: αστικές περιοχές με έντονο φαινόμενο θερμικής νησίδας, αγροτικές πεδιάδες με χαμηλό αερισμό, ή περιοχές όπου η θερμοκρασία μπορεί να «σκαρφαλώσει» γρήγορα κατά τις μεσημεριανές ώρες.
«Όλα τα μετεωρολογικά φαινόμενα κάνουν κύκλους»
Όπως σημείωσε ο Θεόδωρος Γιάνναρος, η Δυτική και Κεντρική Ευρώπη αντιμετωπίζει ένα διπλό πρόβλημα: πέρα από την ακρότητα των θερμοκρασιών, οι πληθυσμοί που ζουν εκεί δεν είναι πάντοτε εγκλιματισμένοι σε τέτοιου επιπέδου ζέστη. Σε αντίθεση με τη Μεσόγειο—όπου οι κοινωνίες έχουν μεγαλύτερη εμπειρία από παρατεταμένες θερμές περιόδους—σε αρκετές βορειότερες χώρες λείπουν υποδομές και πρακτικές που θεωρούνται σχεδόν αυτονόητες νοτιότερα, όπως η εκτεταμένη χρήση κλιματισμού, η προσαρμογή του ωραρίου εργασίας ή η αρχιτεκτονική σκίαση σε μεγάλης κλίμακας.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η Μεσόγειος «αντέχει» απεριόριστα. Η διαρκής έκθεση σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες επιβαρύνει τον οργανισμό, αυξάνει τον κίνδυνο θερμικής εξάντλησης και θερμοπληξίας, και πιέζει συστήματα υγείας και κρίσιμες υποδομές. Με άλλα λόγια, ο ευρωπαϊκός καύσωνας λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η προσαρμογή δεν είναι επιλογή πολυτελείας, αλλά ζήτημα δημόσιας ασφάλειας.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο πυρομετεωρολόγος επανέφερε μια διαχρονική φράση που αποδίδεται στον Βενιαμίν Φραγκλίνο: αν αποτύχεις να προετοιμαστείς, προετοιμάζεσαι να αποτύχεις. Και πράγματι, οι μεγάλες θερμικές εξάρσεις δεν είναι «πρωτόγνωρες» για την Ευρώπη: αντίστοιχα επεισόδια έχουν καταγραφεί επανειλημμένα, με χαρακτηριστικά παραδείγματα το 2003 και άλλα έντονα κύματα τα επόμενα χρόνια. Η διαφορά είναι ότι σήμερα τα γεγονότα αυτά εμφανίζονται συχνότερα, με μεγαλύτερη ένταση και με συνέπειες που συσσωρεύονται.
Η συχνότητα των ακραίων φαινομένων αυξάνεται
Τα τελευταία χρόνια καταγράφεται αύξηση στη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται κύματα καύσωνα και γενικότερα ακραία καιρικά φαινόμενα. Όπως εξήγησε ο κ. Γιάνναρος, εκεί που στο παρελθόν μια χώρα όπως η Ελλάδα μπορούσε να βιώσει ένα ισχυρό κύμα καύσωνα περίπου ανά δεκαετία, πλέον δεν αποκλείεται να υπάρξουν δύο ή και τρία ισχυρά επεισόδια σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα. Αυτή η μεταβολή συνδέεται άμεσα με την κλιματική αλλαγή και επηρεάζει τόσο την καθημερινότητα όσο και τον τρόπο που πρέπει να σχεδιάζονται οι πολιτικές προστασίας.
Η συζήτηση, επομένως, δεν περιορίζεται στο «πόσους βαθμούς θα γράψει το θερμόμετρο». Επεκτείνεται στο πώς οργανώνονται οι πόλεις, πώς προστατεύονται οι εργαζόμενοι σε εξωτερικούς χώρους, πώς θωρακίζονται τα δίκτυα ηλεκτροδότησης, πώς λειτουργούν οι δομές υγείας σε περιόδους αυξημένης ζήτησης, αλλά και πώς προετοιμάζονται οι πολίτες με απλές, πρακτικές κινήσεις πρόληψης.
Σχετικά Άρθρα
29/06/2026 - 20:00
Δείτε επίσης