Χριστίνα Βίδου: «Είδα την κακοποίηση στον εαυτό μου, ήταν πια η στιγμή να δω την εικόνα και να πω ότι αυτό μπορώ να το αλλάξω»

Η Χριστίνα Βίδου παραχώρησε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στο InStyle (τεύχος Ιουνίου) στη συνάδελφό της, Ξένια Ιωάννου, με αφορμή τη διπλή της παρουσία στο πρόγραμμα του ΣΚΑΪ. Ανάμεσα σε πολλά, η δημοσιογράφος και παρουσιάστρια μίλησε ανοιχτά για μια εμπειρία που αγγίζει πολύ περισσότερους ανθρώπους απ’ όσο συχνά παραδεχόμαστε: τη συναισθηματική υπερφαγία και το πώς αυτή μπορεί, αθόρυβα, να μετατραπεί σε μια καθημερινή μάχη με τον ίδιο σου τον εαυτό.

Σε μια στιγμή της συζήτησης, η ίδια αναφέρθηκε στο ότι είχε φτάσει να ζυγίζει 126 κιλά. Όχι ως μια «εξομολόγηση» για εντυπωσιασμό, αλλά ως μια κατάθεση που στόχο είχε να λειτουργήσει σαν καθρέφτης για όποιον παλεύει με παρόμοιους μηχανισμούς. Γιατί υπάρχουν ιστορίες που δεν είναι απλώς προσωπικές· είναι συλλογικές, ακόμη κι όταν μοιάζουν να εκτυλίσσονται μέσα σε τέσσερις τοίχους, κρυφά, ανάμεσα σε σκέψεις, ενοχές και μια ασταμάτητη ανάγκη για παρηγοριά.

Η ερώτηση που τέθηκε στη συνέντευξη ήταν άμεση και ανθρώπινη: πώς γίνεται να συσσωρεύεται βάρος, να ανεβαίνει ο αριθμός στη ζυγαριά, να το βλέπεις και παρ’ όλα αυτά να μην έρχεται αυτό το περιβόητο «κλικ» της αλλαγής; Κι όμως, η Χριστίνα Βίδου περιέγραψε ακριβώς αυτή τη στιγμή. Εκείνο το πρωινό που κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και, για λόγους που ούτε η ίδια μπορεί να εξηγήσει απόλυτα, είδε τον εαυτό της αλλιώς.

Δεν ήταν ότι δεν κοιταζόταν τις προηγούμενες μέρες. Τον έβλεπε καθημερινά. Η διαφορά ήταν πως, κάποια στιγμή, η εικόνα έπαψε να περνάει «απαρατήρητη» από το φίλτρο της συνήθειας ή της άρνησης. Έπαψε να είναι απλώς μια πραγματικότητα που τη διαχειριζόταν μηχανικά και έγινε ένα ξεκάθαρο μήνυμα: «Αυτό μπορώ να το αλλάξω».

Χριστίνα Βίδου και η συναισθηματική υπερφαγία: όταν το “κλικ” έρχεται από μέσα

Η Χριστίνα Βίδου μίλησε για την παχυσαρκία με τρόπο που δεν κουνάει το δάχτυλο, ούτε υπόσχεται «μαγικές λύσεις». Τόνισε κάτι ουσιαστικό: ότι ένας άνθρωπος μπορεί να είναι απολύτως ΟΚ με τα κιλά του, να νιώθει καλά και να μη θέλει να αλλάξει τίποτα. Η αλλαγή δεν έχει νόημα ως κοινωνική επιταγή· έχει νόημα μόνο όταν γίνεται προσωπική ανάγκη.

Στη δική της περίπτωση, το «κλικ» δεν ήρθε από φόβο για την υγεία. Όπως είπε, οι μετρήσεις της ήταν καλές, ήταν υγιής, δεν υπήρχε κάποιο άμεσο ιατρικό καμπανάκι. Αυτό που την ταρακούνησε ήταν η εικόνα. Ένα βλέμμα στον καθρέφτη, ίσως ένα τζιν που δεν έκλεινε, ίσως κάτι που σε άλλον θα φαινόταν «μικρό» ή «ασήμαντο». Αλλά πολλές φορές αυτά τα «χαζά πράγματα», όπως τα αποκαλούμε, είναι το τελευταίο κομμάτι του παζλ που χρειάζεται για να δεις καθαρά όσα ήδη συμβαίνουν.

Και κάπου εκεί ειπώθηκε η πιο δυνατή φράση της συζήτησης. Στην ερώτηση αν είδε «την κακοποίηση στον εαυτό της», η απάντηση ήταν ένα καθαρό «ναι». Ένα «ναι» που δεν αφορά μόνο το σώμα, αλλά και τον τρόπο που μπορεί να φερόμαστε στον εαυτό μας όταν πονάμε, όταν έχουμε υποστεί απώλειες, όταν δεν ξέρουμε πώς να διαχειριστούμε το συναίσθημα.

Η ίδια είχε μιλήσει και για την «πανοπλία» — το περιττό λίπος που, συνειρμικά, λειτουργούσε σαν προστασία. Σαν ένα στρώμα άμυνας απέναντι σε κάτι βαθύτερο. Γιατί τα κιλά, όπως παραδέχτηκε, δεν έρχονται τυχαία. Κάτι προσπαθούν να καλύψουν. Κάτι προσπαθούν να μουδιάσουν.

Το φαγητό ως επιβράβευση και παρηγοριά

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος που η Χριστίνα Βίδου περιέγραψε τη συναισθηματική υπερφαγία: σαν έναν μηχανισμό που ενεργοποιείται τόσο στα δύσκολα όσο και στα καλά. Όταν συνέβαινε κάτι θετικό, η σκέψη ήταν: «Μπράβο σου, ήρθε η ώρα να σε επιβραβεύσω — φάε». Όταν συνέβαινε κάτι αρνητικό, το μήνυμα άλλαζε, αλλά οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα: «Έλα εδώ, δεν πειράζει, πάρε λίγες στιγμές όμορφες».

Το κοινό στοιχείο; Το φαγητό λειτουργούσε σαν άμεση χαρά, σαν γρήγορη ανακούφιση, σαν μια ασφαλής αγκαλιά. Και, όπως είπε χωρίς υποκρισία, ακόμα πιστεύει ότι το φαγητό είναι ηδονή. Αυτή η παραδοχή έχει σημασία, γιατί δείχνει πως η σχέση με το φαγητό δεν «θεραπεύεται» απαραίτητα με δαιμονοποίηση, αλλά με επίγνωση, μέτρο και κατανόηση του τι πραγματικά ζητάς τη στιγμή που τρως.

Τελικά, το πιο ουσιαστικό που μένει από τη συνέντευξη είναι ο λόγος που η Χριστίνα Βίδου επέλεξε να μιλήσει δημόσια: για να βοηθηθεί έστω και ένας άνθρωπος. Ένας μόνο. Να πει «αφού το κατάφερε εκείνη, μπορώ κι εγώ». Όχι γιατί υπάρχει μια συνταγή που ταιριάζει σε όλους, αλλά γιατί η ελπίδα πολλές φορές ξεκινά από την ταύτιση.

Και ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο μήνυμα που αφήνει η Χριστίνα Βίδου: ότι κάποια στιγμή μπορεί να έρθει εκείνο το πρωινό, εκείνη η ματιά, εκείνο το εσωτερικό “ώπα-ώπα”, όπου θα δεις την αλήθεια σου χωρίς δικαιολογίες — όχι για να τιμωρήσεις τον εαυτό σου, αλλά για να τον φροντίσεις. Να αναγνωρίσεις ότι αυτό που ζεις μπορεί να αλλάξει. Και ότι η αλλαγή δεν ξεκινά από τη ζυγαριά, αλλά από την απόφαση να σταματήσεις να πολεμάς τον εαυτό σου και να αρχίσεις να τον ακούς.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή