Πώς το Πακιστάν έμαθε να «μιλά τη γλώσσα» του Τραμπ και έγινε ένας απρόσμενος ειρηνοποιός
Η πρόσφατη εδραίωση του Πακιστάν ως διαμεσολαβητή στον πόλεμο με το Ιράν δεν είναι ένα προφανές γεγονός. Η χώρα, που δεν αναγνωρίζει επισήμως το Ισραήλ—μία από τις κυριότερες χώρες που εμπλέκονται στον εν λόγω πόλεμο—είχε μέχρι πρότινος μια δύσκολη σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον πρώην πρόεδρο Τραμπ, ο οποίος είχε κατηγορήσει το Πακιστάν για «ψέματα και απάτες». Παρ’ όλα αυτά, τον τελευταίο καιρό, το Πακιστάν επενδύει και πράττει προσεκτικά ώστε να κερδίσει την εύνοια της αμερικανικής κυβέρνησης.
Ένας απρόσμενος συνεργάτης
Φαίνεται ότι το Πακιστάν έχει ξεκινήσει μια στρατηγική προσέγγισης που αποδίδει καρπούς. Με πηγή εντυπωσιακών συμφωνιών παιχνιδιών όπως τα κρυπτονομίσματα και κρίσιμα ορυκτά, οι Πακιστανοί ηγέτες δημιουργούν ένα θετικό προφίλ στη διεθνή σκηνή. Ο Μουσαχίντ Χουσεΐν Σάιντ, πρώην πρόεδρος της Επιτροπής Άμυνας της Πακιστανικής Γερουσίας, δήλωσε ότι όλα αυτά έχουν επιτευχθεί με σκοπό να κερδίσουν την εκτίμηση του Τραμπ.
Καθώς οι ειρηνευτικές συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν επανέρχονται στο Ισλαμαμπάντ, το Πακιστάν έχει την ευκαιρία να ενισχύσει τη θέση του. Τον τελευταίο χρόνο, η πακιστανική κυβέρνηση αναγνώρισε την ανάγκη για συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και υπέγραψε συμφωνίες όπως η συμφωνία για τα κρίσιμα ορυκτά και συνεργασία στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας.
Η σχέση με τον Τραμπ
Μέχρι τον Οκτώβριο, ο Τραμπ είχε αρχίσει να αποκαλεί τον στρατηγό Ασίμ Μουνίρ—τον επικεφαλής του στρατού του Πακιστάν—ως «αγαπημένο του στρατάρχη». Αυτή η αποδοχή δείχνει τη σημασία της στρατηγικής που ακολουθεί το Πακιστάν. Οι Πακιστανοί ηγέτες δεν έχουν διστάσει να δημοσιοποιήσουν την ευγνωμοσύνη τους προς τον Τραμπ, εκφράζοντας πως η παρέμβασή του για την εκεχειρία με την Ινδία ήταν καθοριστική.
Η Μαλέχα Λόντι, διακεκριμένη διπλωμάτης του Πακιστάν, δήλωσε ότι η χώρα πρέπει να είναι περήφανη για την διπλωματική ισορροπία που διατηρεί μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ. Παρ’ όλα αυτά, η καθημερινότητα των Πακιστανών συμπολιτών παραμένει δύσκολη, με την πολιτική αυτή να μην επηρεάζει άμεσα την οικονομική τους κατάσταση.
Οι κοινωνικές και οικονομικές ρίζες
Η διπλωματία του Πακιστάν διαφοροποιείται από τις σύγχρονες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα. Εν μέσω μιας σοβαρής οικονομικής κρίσης και αβεβαιότητας, οι πολίτες αντιμετωπίζουν την αύξηση του κόστους ζωής. Η κρίση αυτή δεν αποκλείει μόνο την καθημερινότητα, αλλά και την ασφάλεια της χώρας. Η αυξανόμενη βία και οι συγκρούσεις με γειτονικές χώρες δημιουργούν ένα ιδιότυπο κλίμα φόβου.
Η μέση εργατική τάξη βιώνει έναν αυξανόμενο βαθμό απελπισίας, καθώς το κόστος διαβίωσης ανέρχεται σε επίπεδα που δείχνουν ότι οι συλλογικές προσδοκίες δεν εκπληρώνονται. Οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι εργαζόμενοι εκφράζουν ανασφάλεια για την οικονομία, διαπιστώνοντας πως οι διπλωματικές προσπάθειες της κυβέρνησης δεν αποτυπώνονται στην καθημερινή τους ζωή.
Διακυβερνητική στρατηγική ή πολιτική εργαλειοποίησης;
Ο Τζόσουα Γουάιτ, πρώην σύμβουλος του Λευκού Οίκου, αναγνωρίζει ότι το Πακιστάν χρησιμοποιεί την προσωπική προσέγγιση του Τραμπ για να επωφεληθεί σε διεθνές επίπεδο, ενώ επικριτές παρατηρούν ότι αυτές οι στρατηγικές είναι κυρίως ενδυναμωτικές για την εσωτερική πολιτική. Ο Χουσεΐν Ναντίμ, πρώην αξιωματούχος κυβέρνησης του Πακιστάν, αναφέρει πως οι κινήσεις αυτές περισσότερο επηρεάζουν την εσωτερική πολιτική παρά την ειρηνευτική διαδικασία στο Ιράν.
Εν κατακλείδι, η ικανότητα του Πακιστάν να «μιλήσει τη γλώσσα» του Τραμπ, εδραιώνει τη θέση του ως διαμεσολαβητή, αλλά ταυτόχρονα εγείρει ερωτήματα για το αν οι στόχοι του είναι σε αρμονία με τις ανάγκες των πολιτών του. Μια επιτυχημένη διπλωματία δεν είναι πάντοτε ικανή να καλύψει τις βαθιές κοινωνικές και οικονομικές πληγές που μαστίζουν τη χώρα.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης