Μητέρα του αδικοχαμένου μηχανοδηγού των Τεμπών : “Μας έκαναν να ντρεπόμαστε να μιλήσουμε για τον πόνο μας”
“Μετά τη μεγάλη δίκη για τα Τέμπη θα ακολουθήσουν αγωγές”
Η Σταυρούλα Καρύδη, μητέρα του αδικοχαμένου μηχανοδηγού στα Τέμπη, Δημήτρη Μασσαλή, μιλά για τις θεωρίες συνωμοσίας, τη στοχοποίηση του γιου της και του συναδέλφου του και τις αγωγές που ετοιμάζει
Κι αυτό συνέβη προκειµένου να δώσουν αληθοφανή υπόσταση στους έωλους ισχυρισµούς τους περί µεταφοράς παράνοµου φορτίου, συνδέοντας την πυρόσφαιρα που προκλήθηκε από τη σύγκρουση των δύο αµαξοστοιχιών µε το λαθρεµπόριο καυσίµων, εµφανίζοντας τα δύο αυτά παλληκάρια ως µέλη ενός τέτοιου σκοτεινού και κερδοφόρου κυκλώµατος. Σήµερα στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ» φιλοξενούµε την κ. Σταυρούλα Καρύδη, τη µητέρα του µηχανοδηγού ∆. Μασσαλή, η οποία εδώ και τρία χρόνια πασχίζει µε νύχια και µε δόντια να υπερασπιστεί τη µνήµη του δικού της παιδιού, αλλά και του αδικοχαµένου συναδέλφου του, µε την ελπίδα ότι ο ελληνικός λαός θα συνειδητοποιήσει το µέγεθος της εξαπάτησης που διέπραξαν σε βάρος του όλοι εκείνοι που πήγαν να ενοχοποιήσουν τον γιο της, µεταθέτοντας δολίως και σκοπίµως τη συζήτηση για τα αίτια του δυστυχήµατος στη µεταφορά παράνοµων φορτίων.
Υπάρχουν πολλές οικογένειες επιβατών των οποίων οι νομικοί και οι πραγματογνώμονές τους είναι της θέσης ότι δεν υπήρχε παράνομο φορτίο για να καταλήξουμε σε αυτήν τη φωτιά. Δεν τολμάει όμως κανείς να βγει
Στην αποκαλυπτική της συνέντευξη στα «Π» η κ. Σ. Καρύδη προαναγγέλλει την κατάθεση µηνύσεων και αγωγών εναντίον όλων εκείνων που δηµοσίως διέσυραν τη µνήµη του παιδιού της. Περιγράφει πως µετά το δυστύχηµα κάποιοι προσπαθούσαν να τσεκάρουν τα περιουσιακά στοιχεία των οικογενειών τους, ώστε να συνδέσουν την οικονοµική τους κατάσταση µε τα σενάρια που είχαν κατασκευάσει για παράνοµες δοσοληψίες των παιδιών τους. Σηµειώνει, δε, ότι τόσο ο γιος της όσο και ο άλλος µηχανοδηγός πλήρωσαν µε τη ζωή τους ένα δροµολόγιο το οποίο έπρεπε να εκτελέσουν άλλοι εκείνη τη µοιραία νύχτα.
Ιδιαιτέρως σοβαρά είναι αυτά που αποκαλύπτει για τις «φιλικές» κρούσεις που δέχτηκε από κάποιους πραγµατογνώµονες, όπως ο κ. Κοκοτσάκης, ο οποίος από µόνος του την προσέγγισε στην πρώτη φάση των ερευνών, αλλά στην πορεία, για να µην εκτεθεί απέναντί της, καθώς κάποιοι είχαν επιλέξει να βγάλουν στη «σέντρα» το παιδί της, της τηλεφωνούσε για να διαχωρίσει τη θέση του, αφήνοντας να εννοηθεί ότι «παίζεται βρώµικο παιχνίδι». Για τη Μ. Καρυστιανού πιστεύει ότι κάποιοι επιχειρούν να την εκµεταλλευτούν, επισηµαίνοντας ότι ο Σύλλογος Θυµάτων των Τεµπών ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για τις υπόλοιπες οικογένειες.
Η κ. Σ. Καρύδη ποτέ δεν αµφέβαλε για την ακεραιότητα του παιδιού της. Ωστόσο, κλονίστηκε η ψυχολογία της με τα όσα ακούγονταν εναντίον του. «Τα άκουγα και δεν το πίστευα όταν τα άκουγα. Οτι φορτώθηκαν μπιτόνια μέσα στις μηχανές. Επίσης, άφηναν να εννοηθεί ότι οι εργαζόμενοι είναι χαμηλού επιπέδου, οι οποίοι για ψίχουλα ή χαρτζιλίκι έκαναν κάτι τέτοιο. Δεν μπόρεσαν να το υποστηρίξουν, όμως, γιατί, όπως έχω καταλάβει, έχουν ψάξει πολλά πράγματα που αφορούν τις οικογένειες, ποιοι χρηματίστηκαν κ.ά. Οσο και να ψάξουν εκείνο το βράδυ, έτυχε -παρ’ όλα τα υπονούμενα που αφήνανε- να κληθούν πάνω στο επιβατικό τρένο δύο παιδιά, λόγω του ότι ήταν νέα και ελεύθερα και δεν είχαν οικογενειακές υποχρεώσεις, να αντικαταστήσουν παντρεμένους με παιδιά λόγω του τριημέρου. Τα παιδιά αυτά δεν είχαν ανάγκη να κάνουν τέτοιου είδους δοσολοψίες και πιθανολογώ ότι κάποιοι προσπάθησαν να το ψάξουν αυτό το πράγμα και δεν βρήκαν τίποτα. Βρεθήκαμε στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή. Το παιδί μου, αλλά και τον άλλο μηχανοδηγό τα σηκώσανε από το τραπέζι της Καθαράς Δευτέρας να πάνε σε έκτακτα δρομολόγια. Αυτό πληρώσαμε και με τον σταθμάρχη. Εκείνο το βράδυ θέλανε όλοι να είναι με τις οικογένειές τους και ψάχνανε τους νέους, όπως ήταν τα δικά μας παιδιά, και τον σταθμάρχη, που ήταν καινούργιος και δεν μπορούσε να αρνηθεί», αναφέρει.
Στην ερώτηση πώς σκοπεύει να αντιμετωπίσει όλους αυτούς που διέσυραν τη μνήμη του παιδιού της, η κ. Καρύδη είναι ξεκάθαρη:
«Εμείς θα στραφούμε δικαστικά. Αυτό είναι σίγουρο. Μετά τη μεγάλη δίκη για τα Τέμπη θα ακολουθήσουν αγωγές. Υπάρχουν άνθρωποι και εκπομπές, ενημερωτικές και χιουμοριστικές, παρότι έστελνα μηνύματα και παρακαλούσα να μην τοποθετούνται δημόσια, γιατί μας εκθέτουν ως οικογένεια, και χωρίς καμία απόδειξη συζητούσαν για τους μηχανοδηγούς και για το παιδί μου. Συγκεκριμένα άτομα, τα οποία έβγαιναν και έλεγαν “φυσικά και εις γνώσιν των μηχανοδηγών γινόταν το λαθρεμπόριο”. Hταν και πολιτικά πρόσωπα και δικηγόροι. Εχουν μαζευτεί από τον δικηγόρο μου όλα τα στοιχεία, γιατί σας λέω ότι αυτό που βίωσα δεν μπορεί κανείς να το διανοηθεί. Μας είχαν φτάσει στο σημείο να ντρεπόμαστε και εμείς ως γονείς να μιλήσουμε για τον πόνο μας».
Αναφερόμενη στις επικοινωνίες της με τον κ. Κοκοτσάκη, σημειώνει:
«Εμείς είμαστε απονήρευτοι. Και εμένα επιδίωξαν να με προσεγγίσουν κάποιοι πραγματογνώμονες. Με προσέγγισε ο κ. Κοκοτσάκης αρκετές φορές. Από την αρχή, όταν μας πήρε για πρώτη φορά, ήμασταν σε μια ευαίσθητη κατάσταση και υπό τη χορήγηση ψυχοφαρμάκων. Προσπάθησε να μας πει ότι οι πρώτες έρευνες είχαν δείξει πως ο γιος μου είχε κάνει προσπάθεια να σταματήσει την αμαξοστοιχία, ότι όλες οι κινήσεις του ήταν προβλεπόμενες, τέλος πάντων, έτσι όπως μας τα έλεγε μας είχε συγκινήσει. Ο κ. Κοκοτσάκης ξαναεπικοινώνησε μαζί μου όταν ξεκίνησαν τα σενάρια για την τοποθέτηση μπιτονιών μέσα στην καμπίνα των μηχανοδηγών. Με πήρε τη λέφωνο να μου πει ότι “αυτό με βρίσκει αντίθετο και ότι εγώ δεν μπορώ να το διανοηθώ αυτό το πράγμα και ότι πλέον το παιχνίδι”, κάπως έτσι άφησε να εννοηθεί, “πάει αλλού και εγώ να ξέρετε ότι είμαι αμέτοχος σε όλο αυτό”. Σαν να φοβόταν δηλαδή γι’ αυτό το οποίο θα ακολουθήσει. Μου έδωσε να καταλάβω ότι επιχειρείται να ενοχοποιηθούν οι μηχανοδηγοί και ότι παίζονται βρώμικα παιχνίδια. Από εκεί και πέρα καταλάβαμε ότι κάτι γίνεται. Που ξεφεύγει από την απλή διερεύνηση της αναζήτησης των ενόχων. Για κάποιον λόγο κάποιοι έπρεπε να βρουν έναν λαθρέμπορο ή οπωσδήποτε να βρουν ένα φορτίο. Ας ήταν και μες στις μηχανές, ας ήταν και σε δύο παιδιά».
Για τον Σύλλογο Θυμάτων των Τεμπών, αλλά και τις αντιπαραθέσεις που υπήρξαν εντός αυτού στη συνέχεια με την αποχώρηση της Μ. Καρυστιανού, η κ. Καρύδη τονίζει:
«Ο κόσμος αυτά τα βλέπει απέξω. Εμείς που ήμασταν από μέσα, από τον πρώτο καιρό γνωρίζαμε την αλήθεια. Για έναν ολόκληρο χρόνο, μέχρι να γίνει η συναυλία, ο κόσμος νόμιζε ότι όλες οι οικογένειες είναι ο Σύλλογος των Τεμπών. Ο Σύλλογος Θυμάτων των Τεμπών περιελάμβανε 4-5 οικογένειες, οι οποίες από μόνες τους έφτιαξαν τον σύλλογο και η κ. Καρυστιανού αυτοπροτάθηκε ως πρόεδρος, έβαλε την ταμπέλα και δεν ρωτήθηκαν οι υπόλοιποι. Ούτε αν θέλουν να συμμετέχουν. Αυτό ο κόσμος δεν το ήξερε. Η κ. Καρυστιανού είχε μεγάλη απήχηση στον κόσμο και από σεβασμό δεν βγήκε κανείς να αντιπαρατεθεί μαζί της μέχρι τη συναυλία, που αντέδρασαν κάποιες οικογένειες και που παρεξηγήθηκαν. Τότε αναδείχθηκε ότι τα χρήματα δεν πάνε σε όλους τους συγγενείς, γιατί ο σύλλογος είναι 4-5 άτομα. Εγώ θεωρώ ότι η κ. Καρυστιανού επηρεάστηκε πάρα πολύ από ανθρώπους που πήγαν δίπλα της, οι οποίοι, υποτίθεται αφιλοκερδώς, τη βοηθούσαν. Βέβαια αφιλοκερδώς δεν ήρθαν να βοηθήσουν τις υπόλοιπες οικογένειες. Εγώ νομίζω ότι την επηρέασαν για να κατέβει στην πολιτική, ότι δεν ήταν στόχος της αυτός. Φοβούμαι ότι θα τη χτυπήσουν και θα αποδυναμωθεί».
Σε ό,τι αφορά το εάν κάνει καλό στο κίνημα των Τεμπών το κόμμα της Μ. Καρυστιανού, σχολιάζει:
«Είναι ελεύθερος ο καθένας να πολιτευτεί, θεωρώ όμως ότι κάποιοι την εκμεταλλεύονται. Για μένα ούτε καλό θα κάνει ούτε κακό. Η υπόθεση των Τεμπών θα παιχτεί στα δικαστήρια και όχι με βάση πόσοι θα ακολουθήσουν το κόμμα της κ. Καρυστιανού ούτε πόσοι δεν θα το ακολουθήσουν». Η κ. Σ. Καρύδη επισημαίνει πως από την πλευρά της Δικαιοσύνης, ειδικά τον πρώτο καιρό, έχουν γίνει πολλά λάθη. Ωστόσο, στην ερώτηση εάν έχει εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη απαντά: «Εχουν γίνει λάθη από τη Δικαιοσύνη, αλίμονό μας αν δεν την εμπιστευόμαστε. Τότε τι κάνουμε; Εάν έχουμε φτάσει στο σημείο να μην εμπιστευόμαστε τη Δικαιοσύνη, τότε τι να πω; Αλίμονό μας».
Πάντως, για τον Σύλλογο Θυμάτων των Τεμπών αφήνει αιχμές και για τη δράση του και για τη στάση του απέναντι στους υπόλοιπους συγγενείς:
«Με τον συγκεκριμένο σύλλογο δεν είχαμε καμία επικοινωνία. Για κανέναν λόγο. Αυτό ειλικρινά δεν μπορώ να το καταλάβω. Τι σύλλογος είναι αυτός και τι εξυπηρετεί. Κανείς δεν πόνταρε σε αυτόν τον σύλλογο. Δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω τη λειτουργία αυτού του συλλόγου. Το παράπονό μου είναι ότι δεν υπερασπίστηκαν δημοσίως τα παιδιά μας. Δεν τοποθετήθηκε κανείς. Ισα-ίσα, υπήρξε πατέρας που δήλωνε δημοσίως ότι “εις γνώσιν των μηχανοδηγών γινόταν λαθρεμπόριο”.
Αναφέρομαι στον κ. Ψαρόπουλο, ο οποίος είχε και την ιδιότητα του πατέρα. Το θεώρησα μεγάλη προσβολή. Και αυτό που έλεγε είχε μεγάλη απήχηση στον κόσμο, ο οποίος θεωρούσε ότι κάποια στοιχεία έχει για να μιλάει έτσι». Σύμφωνα με την κ. Καρύδη, πολλές οικογένειες θυμάτων και τραυματιών, που δεν υιοθέτησαν ποτέ τα σενάρια περί λαθρεμπορίου, σιωπούσαν επειδή φοβούνταν την κατακραυγή. «Πέρασε η εντύπωση ότι οι υπόλοιπες οικογένειες που δεν μιλάνε συμφωνούν κιόλας. Υπάρχουν πολλές οικογένειες επιβατών των οποίων οι νομικοί και οι πραγματογνώμονές τους είναι της θέσης ότι δεν υπήρχε παράνομο φορτίο για να καταλήξουμε σε αυτήν τη φωτιά και σε αυτές τις επιπτώσεις. Δεν τολμάει όμως κανείς να βγει. Το έχω συζητήσει, με όσους τουλάχιστον έχω επικοινωνία, γιατί τον κ. Πλακιά, που έχει χάσει τρία παιδιά και τόλμησε να αναφερθεί σε εκθέσεις που δεν ενοχοποιούσαν φορτίο, έπεσαν να τον φάνε. Ο κόσμος δεν μπορεί να παραδεχτεί ότι παραπλανήθηκε. Ολα ξεκίνησαν από αυτό το σενάριο, και εμείς που δεν πιστεύαμε στο λαθρεμπόριο θεωρήσαμε ότι γίνεται και επί τούτου, για να απομακρυνθούμε από τους πραγματικούς ενόχους. Από αυτούς που έπρεπε να τιμωρηθούν. Γιατί ήταν ο αποδιομπαίος τράγος ο λαθρέμπορας, να αποδοθούν σε αυτόν οι ευθύνες».
Σχετικά Άρθρα
25/02/2026 - 18:07
25/02/2026 - 18:00
Δείτε επίσης