Καναδάς: Πώς η αστυνομία δεν απέτρεψε το φονικό στο σχολείο του Τάμπλερ Ριτζ – Στο επίκεντρο των ερευνών η προέλευση των όπλων
Οκτώ άνθρωποι δολοφονήθηκαν και άλλοι 27 τραυματίστηκαν, εκ των οποίων δύο σοβαρά, όταν η 18χρονη Τζέσι Βαν Ρούτσελααρ (Jesse Van Rootselaar), πρώην μαθήτρια που είχε διακόψει τη σχολική μαθητεία της, εξαπέλυσε στις 10 Φεβρουαρίου ένοπλη επίθεση στην απομονωμένη κωμόπολη του Τάμπλερ Ριτζ, προτού αυτοκτονήσει εντός του σχολικού συγκροτήματος, όπως προκύπτει από επιβεβαιωμένες ανακοινώσεις της Βασιλικής Καναδικής Έφιππης Αστυνομίας (ΒΚΕΑ).
Με την αυτοχειρία της δράστιδος, ο συνολικός αριθμός των νεκρών ανήλθε στους εννέα. Το περιστατικό χαρακτηρίζεται ως η φονικότερη επίθεση σε σχολικό χώρο στον Καναδά εδώ και δεκαετίες και ως η σοβαρότερη πράξη μαζικής ένοπλης βίας στη χώρα μετά το 2020. Η αλληλουχία των γεγονότων ξεκίνησε την ίδια ημέρα, όταν η δράστης πυροβόλησε και σκότωσε τη μητέρα της, 39 ετών, και τον 11χρονο ετεροθαλή αδελφό στο σπίτι τους, πριν μεταβεί στο δευτεροβάθμιο σχολείο του Τάμπλερ Ριτζ, όπου άνοιξε πυρ εναντίον μαθητών και εκπαιδευτικών.
Πέντε μαθητές (τέσσερα παιδιά 12 ετών και ένα 13) και μία δασκάλα του σχολείου, ηλικίας 39 ετών, συγκαταλέγονται μεταξύ των θυμάτων της Ρούτσελααρ. Αστυνομικές πηγές και πληροφορίες που μετέδωσαν καναδικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι τα θύματα εντοπίστηκαν σε κοινόχρηστους χώρους του σχολείου. Κατά την εκτίμηση των αστυνομικών αρχών, το στοιχείο αυτό ενισχύει την εκτίμηση ότι οι πυροβολισμοί δεν ήταν στοχευμένοι. Η ΒΚΕΑ επιβεβαίωσε ότι έλαβε την πρώτη ειδοποίηση για ενεργό σκοπευτή και εξέδωσε εντολή παραμονής όλων των κατοίκων της κωμόπολης σε ασφαλείς χώρους.
Αστυνομικές δυνάμεις έφθασαν στο σχολείο εντός περίπου δύο λεπτών. Κατά την είσοδό τους στο σχολείο, η δράστης εντοπίστηκε ήδη νεκρή από αυτοπυροβολισμό, ενώ δεν προηγήθηκε ανταλλαγή πυροβολισμών με τις αστυνομικές αρχές. Οι αρχές ανέφεραν ότι δεν προέκυψε καμία ένδειξη τρομοκρατικής ενέργειας ή ύπαρξης συνεργών. Στον χώρο κατασχέθηκαν περισσότερα του ενός πυροβόλα όπλα, μεταξύ των οποίων ένα τυφέκιο και ένα τροποποιημένο πιστόλι. Κεντρικό αντικείμενο της έρευνας παραμένει η προέλευση και το νομικό καθεστώς των όπλων. Οι αρχές επιβεβαιώνουν ότι όπλα είχαν κατασχεθεί στο παρελθόν και επιστραφεί κατόπιν διοικητικής επανεξέτασης, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες, ενώ η άδεια κατοχής πυροβόλων όπλων της δράστιδος είχε λήξει.
Παράλληλα, η ΒΚΕΑ έχει επιβεβαιώσει προηγούμενες επαφές με την οικογένεια στο πλαίσιο του νόμου περί ψυχικής υγείας, χωρίς να αποδίδεται αιτιώδης σύνδεση με την επίθεση. Στοιχεία που είχαν δημοσιοποιηθεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από την ίδια και εξετάζονται στο πλαίσιο της έρευνας των αστυνομικών αρχών αναφέρουν ότι η Τζέσι Βαν Ρούτσελααρ είχε σημειώσει πως βρισκόταν τα τελευταία έξι χρόνια σε διαδικασία αλλαγής φύλου. Το στοιχείο αυτό εντάσσεται στο προσωπικό της ιστορικό, χωρίς οι αρχές να το συνδέουν, μέχρι στιγμής, με συγκεκριμένο κίνητρο.
Η κωμόπολη, με περίπου 2.700 κατοίκους, τέθηκε σε καθεστώς έκτακτης επιφυλακής. Τα σχολεία έκλεισαν επ’ αόριστον και οι αρχές ενεργοποίησαν κέντρα ψυχοκοινωνικής υποστήριξης. Ένα κορίτσι 12 ετών δίνει μάχη για τη ζωή της, ενώ στις έρευνες της αστυνομίας περιλαμβάνονται ιατροδικαστικές εξετάσεις, ανάλυση ψηφιακών συσκευών και διερεύνηση της διαδικτυακής δραστηριότητας της δράστιδος.
Η τραγωδία προκάλεσε άμεση και από κοινού μετάβαση της ομοσπονδιακής πολιτικής ηγεσίας στη Βρετανική Κολομβία. Ο πρωθυπουργός της χώρας, Μαρκ Κάρνεϊ, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Πιέρ Πουαλιέβρ, ο αρχηγός του Μπλοκ Κεμπεκουά, Υβ-Φρανσουά Μπλανσέ, ο αρχηγός του Νέου Δημοκρατικού Κόμματος, Ντον Ντέιβις, και η συμπρόεδρος του κόμματος των Πρασίνων, Ελίζαμπεθ Μέι, ταξίδεψαν και εμφανίστηκαν μαζί από την Οττάβα στην κωμόπολη, σε μία σπάνια επίδειξη διακομματικής και εθνικής ενότητας. Σε δήλωσή του, ο καναδός πρωθυπουργός ανέφερε: «Οι Καναδοί στέκονται ενωμένοι με το Τάμπλερ Ριτζ. Καμία κοινότητα δεν πρέπει να αντιμετωπίζει μόνη της έναν τέτοιο πόνο».
Ο αρχηγός του Συντηρητικού κόμματος, Πιέρ Πουαλιέβρ, δήλωσε: «πρόκειται για μία αδιανόητη απώλεια αθώων ζωών» και πρόσθεσε ότι «ολόκληρη η χώρα θρηνεί μαζί με τις οικογένειες». Ο αρχηγός του Μπλοκ Κεμπεκουά, Υβ-Φρανσουά Μπλανσέ, ανέφερε: «σε στιγμές όπως αυτή, οι πολιτικές διαφορές υποχωρούν μπροστά στο κοινό ανθρώπινο πένθος». Ο ηγέτης του Νέου Δημοκρατικού Κόμματος, Ντον Ντέιβις, υπογράμμισε: «η παρουσία όλων μας εδώ αντανακλά τη συλλογική ευθύνη να στηρίξουμε αυτή την κοινότητα». Η αρχηγός του κόμματος των Πρασίνων, Ελίζαμπεθ Μέι, δήλωσε: «ο πόνος του Τάμπλερ Ριτζ είναι πόνος ολόκληρου του Καναδά».
Η Γενική Κυβερνήτης του Καναδά, Μαίρη Σάιμον, ανέφερε ότι η ίδια και ο σύζυγός της είναι «βαθιά συντετριμμένοι» και ότι «σε αυτήν την αδιανόητη στιγμή, ολόκληρη η χώρα θρηνεί μαζί με το Τάμπλερ Ριτζ». Από τη Βικτώρια, η Αντικυβερνήτης της Βρετανικής Κολομβίας, στο κείμενο της Ομιλίας του Θρόνου, έκανε λόγο για «αδιανόητο πόνο» και τόνισε ότι «η επαρχία και η χώρα αγκαλιάζουν μία κοινότητα που πενθεί». Ο έπαρχος της Βρετανικής Κολομβίας, Ντέιβιντ Ίμπι, επισήμανε ότι «η επιστροφή στην κανονικότητα θα γίνει μόνο με όρους ασφάλειας και με πλήρη στήριξη των οικογενειών».
Η ΒΚΕΑ επανέλαβε ότι η δράστης ενήργησε μόνη και ότι δεν υπάρχει ένδειξη συνεργών. Οι έρευνες συνεχίζονται με επίκεντρο την πλήρη ανασύνθεση των γεγονότων και τις συνθήκες που προηγήθηκαν της επίθεσης, η οποία καταγράφεται ως μία από τις πλέον θανατηφόρες επιθέσεις της σύγχρονης ιστορίας του Καναδά.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης