Λειψυδρία: Χιόνια και βροχές δεν κάλυψαν τις ελλείψεις
Η Ελλάδα του χειμώνα μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, να ανακουφίζεται. Τα βουνά ντύνονται στα λευκά, οι δορυφορικές εικόνες καταγράφουν αυξημένη χιονοκάλυψη και οι βροχές των τελευταίων ημερών δημιουργούν την αίσθηση μιας προσωρινής επιστροφής στην «κανονικότητα». Oμως πίσω από αυτή την εικόνα, τα υδάτινα αποθέματα της χώρας συνεχίζουν να εκπέμπουν σήμα κινδύνου. Οι τεχνητές λίμνες συρρικνώνονται, η υγρασία του εδάφους υποχωρεί σε κρίσιμες περιοχές και τα νησιά παραμένουν εγκλωβισμένα σε έναν φαύλο κύκλο αυξανόμενης ζήτησης και μειούμενης προσφοράς νερού.
Η εικόνα των υδάτινων αποθεμάτων στην Ελλάδα το 2026 αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο τη σύνθετη και πολυπαραγοντική φύση της λειψυδρίας: από τη μία πλευρά, η ανησυχητική συρρίκνωση κρίσιμων ταμιευτήρων, όπως η τεχνητή λίμνη του Αποσελέμη στην Κρήτη· από την άλλη, η πρόσκαιρη αύξηση της χιονοκάλυψης τον φετινό χειμώνα, η οποία όμως δεν αρκεί για να αντιστρέψει τις μακροχρόνιες τάσεις υδατικού ελλείμματος.
Τα δορυφορικά δεδομένα του ευρωπαϊκού Sentinel-2, που επεξεργάστηκε η μονάδα ΜΕΤΕΟ του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, αποκαλύπτουν τη δραματική υποχώρηση της επιφάνειας του Αποσελέμη: από περίπου 1 τετρ. χλμ. τον Ιανουάριο του 2022 στα μόλις 0,27 τετρ. χλμ. τον Ιανουάριο του 2026, δηλαδή στο 14% της κανονικής επιφάνειας του ταμιευτήρα. Πρόκειται για μια εξέλιξη που δεν αφορά μόνο την Κρήτη, αλλά λειτουργεί ως προειδοποιητικό σήμα για τη συνολική υδατική ασφάλεια της χώρας.
Την ίδια στιγμή, η ανάλυση της χιονοκάλυψης για τον χειμώνα 2025-2026 δείχνει μια πιο σύνθετη εικόνα. Στις 12 Ιανουαρίου 2026, το χιόνι κάλυπτε το 19% της ελληνικής επικράτειας, ποσοστό ελαφρώς υψηλότερο από τον μέσο όρο της περιόδου από το 2004 (14%).
Η απότομη αύξηση μετά τις 10 Ιανουαρίου, λόγω ψυχρής εισβολής, ενίσχυσε τα αποθέματα χιονιού σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές. Ωστόσο, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η χιονοκάλυψη, αν και κρίσιμη για την τροφοδοσία των υδροφορέων, δεν αρκεί από μόνη της για να καλύψει τα ελλείμματα που έχουν συσσωρευτεί από παρατεταμένες ξηρές περιόδους και αυξημένες θερμοκρασίες.
Το δελτίο ανάλυσης της ΜΕΤΕΟ για τις συνθήκες ξηρασίας στις 10 Ιανουαρίου 2026 επιβεβαιώνει αυτή την ανισορροπία. Βάσει του κανονικοποιημένου δείκτη υγρασίας εδάφους (SSMI), που υπολογίζεται με δεδομένα Copernicus και περίοδο αναφοράς 1991-2020, καταγράφονται συνθήκες ήπιας έως σημαντικής ξηρασίας στο επιφανειακό στρώμα εδάφους (7-28 εκ.) σε Aνατολική Θεσσαλία, Στερεά Ελλάδα και Πελοπόννησο – περιοχές που μόλις έναν μήνα πριν εμφάνιζαν πλεόνασμα υγρασίας. Παρά τα επεισόδια βροχοπτώσεων, οι υψηλές θερμοκρασίες οδήγησαν σε αυξημένη εξατμισοδιαπνοή, μειώνοντας γρήγορα την εδαφική υγρασία, ακόμη και στην Κρήτη.
Η ΞΗΡΑΣΙΑ
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι τα επίπεδα ξηρασίας που καταγράφονται δεν έχουν απόλυτο, αλλά σχετικό χαρακτήρα, καθώς συγκρίνονται με τις μέσες κλιματικές συνθήκες της περιόδου 1991-2020. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όταν το έδαφος δεν εμφανίζεται πλήρως «στεγνό», μπορεί να βρίσκεται σε κατάσταση έντονης ή και ακραίας ξηρασίας για την εποχή.
ΣΤΗ 19η ΘΕΣΗ
Η Ελλάδα κατατάσσεται πλέον 19η παγκοσμίως ως προς τον κίνδυνο λειψυδρίας, σύμφωνα με το World Resources Institute. Η κλιματική αλλαγή, η μείωση των βροχοπτώσεων και η εκρηκτική αύξηση της ζήτησης -ιδίως στα νησιά λόγω τουρισμού- δημιουργούν ένα ασφυκτικό πλαίσιο.
ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗ
Η αύξηση κατά 139% των απολήψεων νερού για ύδρευση την περίοδο 2001-2022, οι απώλειες που φτάνουν έως και το 50% στα δίκτυα και η στροφή στις γεωτρήσεις, με αποτέλεσμα την υφαλμύριση υδροφορέων, επιτείνουν το πρόβλημα. Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, το κράτος προχωρά σε παρεμβάσεις: αφαλατώσεις, εκσυγχρονισμό δικτύων, «έξυπνους» μετρητές και έργα υδατικής ασφάλειας σε δεκάδες νησιά.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης