Δευτέρα, 13 Απριλίου 2026

Μεταξύ ευθυνών και υπεκφυγών – Η κυβέρνηση µπροστά στην κρίση του Σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ

Η αποστολή της δικογραφίας στη Βουλή και το αίτηµα άρσης ασυλίας 11 βουλευτών της ΝΔ, παρουσιάστηκαν ως αποδείξεις θεσµικής λειτουργίας. Όµως, η κοινωνία δεν αρκείται πλέον σε διαδικαστικές κινήσεις. Οι πολίτες δεν ζητούν απλώς να κινηθούν οι προβλεπόµενες διαδικασίες· ζητούν καθαρές πολιτικές πράξεις, που να δείχνουν ότι η εξουσία αντιλαµβάνεται το βάρος της ευθύνης της

Tου ΑΝΔΡΕΑ ΒΟΡΥΛΛΑ *

 

 

Η πρόσφατη τοποθέτηση του Πρωθυπουργού για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ επιχειρεί να παρουσιαστεί ως µια πράξη ευθύνης και θεσµικής εγρήγορσης, ως µια προσπάθεια να δοθεί η εικόνα µιας κυβέρνησης που δεν φοβάται την αλήθεια και που αντιµετωπίζει τα προβλήµατα µε διαφάνεια. Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική αυτή, αναδεικνύεται µια πολύ διαφορετική πραγµατικότητα: µια διαχείριση κρίσης που χαρακτηρίζεται από καθυστερήσεις, αντιφάσεις και κυρίως από απροθυµία ανάληψης ουσιαστικής πολιτικής ευθύνης.

Η αποστολή της δικογραφίας στη Βουλή και το αίτηµα άρσης ασυλίας 11 βουλευτών της ΝΔ, παρουσιάστηκαν ως αποδείξεις θεσµικής λειτουργίας. Όµως, η κοινωνία δεν αρκείται πλέον σε διαδικαστικές κινήσεις. Οι πολίτες δεν ζητούν απλώς να κινηθούν οι προβλεπόµενες διαδικασίες· ζητούν καθαρές πολιτικές πράξεις, που να δείχνουν ότι η εξουσία αντιλαµβάνεται το βάρος της ευθύνης της. Σε αυτό το σηµείο, η στάση της κυβέρνησης αποδεικνύεται ανεπαρκής. Δεν υπήρξε καµία σαφής πρωτοβουλία για άµεση πολιτική αποφόρτιση της υπόθεσης, όπως θα ήταν, για παράδειγµα, η απαίτηση παραίτησης ή προσωρινής αποµάκρυνσης των εµπλεκοµένων από τα κοινοβουλευτικά τους καθήκοντα. Αντίθετα, επιλέχθηκε µια στάση αναµονής, η οποία παραπέµπει περισσότερο σε διαχείριση πολιτικού κόστους παρά σε ανάληψη ευθύνης.

Πολιτική ευθύνη

Η επίκληση του τεκµηρίου αθωότητας αποτελεί αυτονόητη αρχή σε ένα κράτος δικαίου. Ωστόσο, δεν µπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι πολιτικής αδράνειας. Η πολιτική ευθύνη είναι έννοια ευρύτερη από την ποινική και δεν εξαρτάται από την έκβαση µιας δικαστικής διαδικασίας. Όταν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις για δυσλειτουργίες, παρεµβάσεις ή σκιές στη λειτουργία ενός δηµόσιου οργανισµού, η πολιτική ηγεσία οφείλει να δράσει άµεσα, ανεξαρτήτως του αν θα αποδοθούν ποινικές ευθύνες.

Ιδιαίτερα προβληµατική είναι και η στάση του Πρωθυπουργού απέναντι στη Δικαιοσύνη. Η δηµόσια έκκληση προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να κινηθεί «ταχύτατα» µπορεί να ακούγεται εύλογη, όµως εγείρει σοβαρά ερωτήµατα θεσµικής τάξης. Η Δικαιοσύνη δεν µπορεί να λειτουργεί υπό δηµόσιες παροτρύνσεις, ούτε να επιταχύνει ή να επιβραδύνει ανάλογα µε τις πολιτικές ανάγκες της εκάστοτε κυβέρνησης. Η ανεξαρτησία της δεν είναι διαπραγµατεύσιµη.

Ταυτόχρονα, η συζήτηση αποφεύγει συστηµατικά το µεγαλύτερο και πιο ουσιαστικό πρόβληµα: τη χρόνια νωθρότητα της ελληνικής δικαιοσύνης. Πρόκειται για µια παθογένεια που δεν αφορά µόνο τη συγκεκριµένη υπόθεση, αλλά διαπερνά το σύνολο της λειτουργίας του κράτους. Καθυστερήσεις ετών, υποθέσεις που παραγράφονται, διαδικασίες που σέρνονται χωρίς αποτέλεσµα – όλα αυτά συνθέτουν µια εικόνα που υπονοµεύει βαθιά την εµπιστοσύνη των πολιτών.

Πολλαπλές δικογραφίες

Στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ, το ζήτηµα αυτό αποκτά ακόµη µεγαλύτερη σηµασία. Οι πληροφορίες για πολλαπλές δικογραφίες, για ελέγχους που αφορούν συγκεκριµένα χρονικά διαστήµατα και για ενδεχόµενα αδικήµατα όπως απάτη, απιστία και παράβαση καθήκοντος, δηµιουργούν ένα περιβάλλον που απαιτεί ταχύτητα, διαφάνεια και αποφασιστικότητα. Αντί γι’ αυτό, υπάρχει ο φόβος ότι η υπόθεση θα χαθεί µέσα στη γνωστή γραφειοκρατική αδράνεια, µε τον κίνδυνο ακόµη και της παραγραφής να παραµένει υπαρκτός.

Η ευθύνη για αυτή την κατάσταση δεν είναι αφηρηµένη ούτε «διαχρονική» µε την έννοια της απουσίας συγκεκριµένων υπευθύνων. Η σηµερινή κυβέρνηση βρίσκεται στην εξουσία από το 2019 και είχε τον χρόνο και την πολιτική ισχύ να προχωρήσει σε ουσιαστικές µεταρρυθµίσεις στη Δικαιοσύνη. Αντί για βαθιές τοµές, είδαµε αποσπασµατικές παρεµβάσεις, χωρίς να αντιµετωπιστεί η ρίζα του προβλήµατος: η έλλειψη ταχύτητας, η πολυπλοκότητα των διαδικασιών και η απουσία πραγµατικής λογοδοσίας.

Παράλληλα, η προσπάθεια να υποβαθµιστεί η υπόθεση µε το επιχείρηµα ότι δεν υπάρχει άµεσο οικονοµικό όφελος για τους εµπλεκόµενους βουλευτές δείχνει µια επικίνδυνη στενότητα αντίληψης. Η ζηµία για το δηµόσιο συµφέρον δεν περιορίζεται µόνο σε χρηµατικά ποσά. Οι πελατειακές σχέσεις, οι παρεµβάσεις σε διοικητικούς µηχανισµούς και η αλλοίωση της ισονοµίας έχουν εξίσου σοβαρές συνέπειες για τη λειτουργία της δηµοκρατίας. Και µιας και ο κ. Πρωθυπουργός εκτιµά τις αλήθειες, είναι εµφανές ότι η ΝΔ βγήκε κερδισµένη από τις πελατειακές σχέσεις και τις παράνοµες επιδοτήσεις από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ειδικά σε ορισµένες εκλογικές περιφέρειες όπως η Κρήτη, που για πρώτη φορά βάφτηκε όλη µπλε στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές του 2023.

Διαχρονικές παθογένειες

Ο Πρωθυπουργός επιχείρησε επίσης να εντάξει την υπόθεση σε ένα ευρύτερο αφήγηµα περί «βαθέος κράτους» και διαχρονικών παθογενειών. Είναι αλήθεια ότι το ελληνικό κράτος κουβαλά βαριά κληρονοµιά. Όµως, αυτή η διαπίστωση δεν µπορεί να λειτουργεί ως µόνιµη δικαιολογία. Αντίθετα, επιβάλλει ακόµη µεγαλύτερη ευθύνη σε όσους κυβερνούν να προχωρήσουν σε ρήξεις. Όταν, µετά από χρόνια διακυβέρνησης, τα ίδια φαινόµενα επανεµφανίζονται, τότε το πρόβληµα δεν είναι µόνο το παρελθόν, αλλά και το παρόν.

Ακόµη πιο χαρακτηριστική είναι η αναφορά σε µελλοντικές θεσµικές αλλαγές, όπως το ασυµβίβαστο Υπουργού και Βουλευτή. Πρόκειται για προτάσεις που µετατίθενται χρονικά, συνδεόµενες µε επόµενες εκλογές και µελλοντικές δεσµεύσεις. Ωστόσο, πολλές από τις πρακτικές αλλαγές που θα µπορούσαν να ενισχύσουν τη διαφάνεια και τον διαχωρισµό εξουσιών µπορούν να εφαρµοστούν ήδη, χωρίς συνταγµατικές αλλαγές. Η επιλογή να µην εφαρµοστούν δείχνει έλλειψη πολιτικής βούλησης.

Κρίση εµπιστοσύνης

Στο τέλος της ηµέρας, το βασικό ζήτηµα που αναδεικνύεται δεν είναι µόνο το συγκεκριµένο σκάνδαλο, αλλά η συνολική εικόνα µιας κυβέρνησης που δείχνει να λειτουργεί περισσότερο αντιδραστικά παρά προληπτικά. Αντί να θέτει τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού µε αποφασιστικότητα και διαφάνεια, φαίνεται να ακολουθεί τις εξελίξεις, επιχειρώντας να περιορίσει τις επιπτώσεις.

Η κρίση εµπιστοσύνης που διαπιστώνεται δεν είναι θεωρητική. Είναι βαθιά και υπαρκτή. Οι πολίτες βλέπουν ότι οι ίδιες πρακτικές επανεµφανίζονται, ότι οι υποθέσεις καθυστερούν, ότι η Δικαιοσύνη κινείται µε ρυθµούς που δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κοινωνίας και ότι η πολιτική ευθύνη σπανίως αναλαµβάνεται έγκαιρα.

Με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ να είναι µόλις στην αρχή της διερεύνησής του, ενώ ακολουθούν και άλλες δικογραφίες και για άλλα σκάνδαλα όπως αυτό των υποκλοπών και του λογισµικού predator, αποδεικνύεται ότι η Νέα Δηµοκρατία είναι ένα κόµµα βουτηγµένο στη διαφθορά µε ευθύνη του Μεγάρου Μαξίµου και του ίδιου του κ. Πρωθυπουργού.

Απέναντι σε αυτή την πραγµατικότητα, η ευθύνη µεταφέρεται τελικά στους ίδιους τους πολίτες. Στις επόµενες εκλογές, δεν θα κριθούν µόνο πρόσωπα ή κόµµατα, αλλά το ίδιο το µοντέλο διακυβέρνησης της χώρας. Οι πολίτες καλούνται να επιλέξουν αν θα συνεχίσουν να εµπιστεύονται ένα σύστηµα που αναπαράγει παθογένειες ή αν θα στηρίξουν δυνάµεις που προτείνουν µια ουσιαστική αλλαγή πορείας.

Σε αυτό το πλαίσιο, αξίζει να εξεταστούν πολιτικές επιλογές που δεν έχουν εµπλακεί σε πρακτικές διαπλοκής και πελατειακών σχέσεων και που καταθέτουν συγκεκριµένες προτάσεις για τη θεσµική ανασυγκρότηση της χώρας. Το Κίνηµα ΝΙΚΗ προβάλλει ως µια τέτοια επιλογή, υποστηρίζοντας ότι δεν φέρει τα βάρη του παλαιού πολιτικού συστήµατος και ότι επιδιώκει µια διαφορετική σχέση κράτους και πολίτη, βασισµένη στη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την πραγµατική δικαιοσύνη.

Η τελική απόφαση, ωστόσο, ανήκει στους πολίτες. Και αυτή τη φορά, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη, έχει ιδιαίτερη σηµασία να γίνει µε προσοχή, κρίση και επίγνωση των συνεπειών.

 

* Βουλευτής Β2 Δυτικού Τοµέα Αθηνών µε τη ΝΙΚΗ

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή