Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ωρα του Μητσοτάκη

Ωρα του Μητσοτάκη

Η ανάγκη του Κωνσταντίνου Καραμανλή να εξασφαλίσει οπωσδήποτε τους 180 βουλευτές, που θα ψήφιζαν υπέρ του, για την Προεδρία της Δημοκρατίας, εξελίχθηκε στη μεγάλη ευκαιρία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Ο άλλοτε μαχητικός βουλευτής και υπουργός του Κέντρου, που εξελίχθηκε στον «αρχιτέκτονα» της αποστασίας και ιθύνοντα νου των κυβερνήσεων που σχηματίστηκαν, εκείνη τη δραματική περίοδο, είχε έρθει πολύ κοντά με τον ηγήτορα της δεξιάς, στα χρόνια της δικτατορίας, εκτός της επικράτειας.

Κάτι «στράβωσε» όμως και στη μεταπολίτευση ο εκ Χανίων παλιός κεντρώος βρέθηκε εκτός των πλάνων του πανίσχυρου τότε πρωθυπουργού και εκτός Βουλής, για πρώτη φορά μετά την είσοδο του στην πολιτική, το 1946.

Μένεα πνέοντας κατά του Καραμανλή, κατάφερε να εκλεγεί βουλευτής, τον Νοέμβριο του 1977, αξιοποιώντας την προσωπική του δύναμη στα Χανιά και την ευρύτερη Κρήτη, ως επικεφαλής του «Κόμματος Νεοφιλελευθέρων», ενός καθαρά προσωπικού σχηματισμού «μίας χρήσεως».

Κατάφερε μάλιστα να εκλέξει και δεύτερο βουλευτή, τον επίσης προερχόμενο από το προδικτατορικό Κέντρο, τον Παύλο Βαρδινογιάννη, γόνο της γνωστής εφοπλιστικής οικογένειας, αλλά περιορισμένων δυνατοτήτων πολιτικό.

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης βάσισε την προεκλογική του εκστρατεία, σε μία μονοθεματική ατζέντα, αποκλειστικά βασισμένη σε σφοδρή επίθεση εναντίον της κυβέρνησης και προσωπικά του πρωθυπουργού.

Την οποία επανέλαβε και στη Βουλή, ιδιαίτερα κατά τη συζήτηση επί των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης. Όμως στην πολιτική οι συνθήκες αλλάζουν και οι λόγοι ξεχνιούνται, ακόμη και οι πιο σκληροί, όταν η ανάγκη το καλεί.

Η ανάγκη τότε του Κωνσταντίνου Καραμανλή ήταν να εξασφαλίσει τη ψήφο των 180 βουλευτών, πάση θυσία, που θα τον οδηγούσε στην Προεδρία της Δημοκρατίας.

Ο γιος του δασκάλου από την Πρώτη Σερρών, ένα χωριό που βρισκόταν ακόμη υπό τουρκική διοίκηση όταν γεννήθηκε, είχε αναπτύξει ένα οξύτατο πολιτικό αισθητήριο, που κάλυπτε άλλα ελλείμματα της προσωπικότητάς του.

Είχε λοιπόν έγκαιρα αντιληφθεί ότι για τη ΝΔ, το κόμμα που ίδρυσε, δεν θα υπήρχε τρίτη ευκαιρία.

Εχοντας δε αλλεργία στην προοπτική να βρίσκεται στα έδρανα της αντιπολίτευσης, όπως είχε φανεί και από το αντίστοιχο προηγούμενο της δεκαετίας του ‘60, σχεδίαζε, αντί για την αυτοεξορία (είχαν αλλάξει και οι συνθήκες), τη μεταπήδηση στην Προεδρία της Δημοκρατίας, που είχε φροντίσει να προσαρμόσει στα μέτρα του.

Ακριβώς γι’ αυτό πίστευε ότι η παρουσία του, στον ύπατο πολιτειακό θώκο, θα του επέτρεπε να λειτουργήσει ως θεσμικός παράγοντας εξισορρόπησης, στη διαφαινόμενη παντοδυναμία του ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα Παπανδρέου. Παρά δε τον τραχύ και εν πολλοίς απόλυτο χαρακτήρα του, ήξερε σε κρίσιμες στιγμές να ελίσσεται, αλλά και να ξεχνάει.

Αυτό συνέβη και τώρα.