Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
46,7 δις τα πρόστιμα στις εφορίες

46,7 δις τα πρόστιμα στις εφορίες

Να διαγραφούν οι προσαυξήσεις και μέρος του κεφαλαίου για να αρχίσει ο κόσμος να πληρώνει - Στα 130 δις ευρώ εκτοξεύτηκαν οι οφειλές των φορολογουμένων.

Εκατομμύρια πολίτες και δεκάδες χιλιάδες επιχειρήσεις εγκλωβισμένες στο φαύλο κύκλο των ληξιπρόθεσμων που δεν πρόκειται να πληρωθούν ποτέ αν δεν εκδηλωθεί μια τολμηρή πρωτοβουλία.

Εκατομμύρια πολίτες και δεκάδες χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχουν εγκλωβιστεί στον φαύλο κύκλο των χρεών προς το δημόσιο τα οποία εκτοξεύτηκαν στα 130 δισεκατομμύρια ευρώ.

Οι παρενέργειες στην οικονομία και την κοινωνία από την ιδιότυπη αυτή αιχμαλωσία είναι τεράστιες.
Καθημερινά δεσμεύονται χιλιάδες τραπεζικοί λογαριασμοί, ενώ χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις γονατίζουν από την ασφυξία που προκαλούν τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς το δημόσιο.

Το ενδεχόμενο είσπραξης του αστρονομικού αυτού ποσού είναι ανύπαρκτο!
Κανείς, ούτε η τρόικα, ούτε η κυβέρνηση, ούτε η αντιπολίτευση προσδοκούν ότι κάποτε το δημόσιο μπορεί να εισπράξει τα 130 δισεκατομμύρια ευρώ των ληξιπρόθεσμων χρεών.

Γι΄ αυτό είναι επιτακτική ανάγκη ανάληψης τολμηρών πρωτοβουλιών που θα κινούνται προς την κατεύθυνση διευθέτησης αυτού του τεράστιου οικονομικού και κοινωνικού ζητήματος.

Με δεδομένο ότι τα 47 δισεκατομμύρια ευρώ από το σύνολο των ληξιπρόθεσμων αφορούν πρόστιμα που έχουν επιβληθεί από τις φορολογικές αρχές σε φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις δίνεται η δυνατότητα για μια γενναία απόφαση προκειμένου να διαγραφούν.

Αυτομάτως με τη διαγραφή των προστίμων τα χρέη προς το δημόσιο μειώνονται περίπου στα 85 δισεκατομμύρια ευρώ.
Πρόκειται και πάλι για μυθικό ποσό το οποίο δεν μπορεί να εισπραχθεί.
Γι΄ αυτό επιβάλλεται η διαγραφή ενός μεγάλους μέρους των οφειλών, για να μπορέσουν οι πολίτες και οι επιχειρήσεις να ανασάνουν.

Μια τολμηρή ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων που θα απομείνουν μετά τις διαγραφές θα έχει ως συνέπεια την εισροή μεγάλων ποσών στα δημόσια ταμεία.

Πολίτες και επιχειρήσεις θα σπεύσουν να τακτοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους όταν πρόκειται για λογικά ποσά στα οποία μπορούν να ανταποκριθούν.

Εξάλλου το μεγαλύτερο μέρος των ληξιπρόθεσμων οφείλεται στην ολοκληρωτική καταστροφή της οικονομίας από τα εφιαλτικά μνημόνια.

Εργαζόμενοι και επιχειρήσεις γονάτισαν στη μαύρη οκταετία με αποτέλεσμα να βρίσκονται σε απόλυτη αδυναμία για να εκπληρώσουν τα χρέη προς το δημόσιο.

Εκατοντάδες χιλιάδες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις είχαν αποκλειστεί από το τραπεζικό σύστημα και οι ιδιοκτήτες τους πάλεψαν με νύχια και με δόντια να τις κρατήσουν στη ζωή. Είναι έγκλημα να βάλουν λουκέτο εξαιτίας των χρεών προς το δημόσιο.

Το τεράστιο αυτό θέμα απαιτεί ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις, για να μπορέσει η τρόικα να δώσει το πράσινο φως προκειμένου να προχωρήσουν οι ρυθμίσεις.

Βέβαια μετά την έξοδο της χώρας από τα εφιαλτικά μνημόνια λύνονται και τα χέρια της κυβέρνησης προκειμένου να προχωρήσει σε τολμηρές πρωτοβουλίες που θα λύνουν οριστικά το πρόβλημα.

Γιατί οι διάφορες μεσοβέζικες λύσεις όπως για παράδειγμα με τις 120 δόσεις δεν αποδίδουν γιατί συνοδεύονται από μια σειρά προϋποθέσεων που αποκλείουν τη συντριπτική πλειοψηφία των οφειλετών.

 

Γραφείο προϋπολογισμού Βουλής

Η πρώτη έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής υπό τον νέο επικεφαλής της Φραγκίσκο Κουτεντάκη, δόθηκε στη δημοσιότητα. Πρόκειται για μια «μετρημένη» έκθεση, για το α' τρίμηνο του 2018, χωρίς να μπαίνει σε θέματα όπως το αν χρειάζεται ή όχι πιστοληπτική γραμμή στήριξης μετά τον Αύγουστο.

Ωστόσο, χτυπά καμπανάκι για τα χρέη που «πνίγουν» του φορολογούμενους:

«Το ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών των φορολογούμενων και ασφαλισμένων προς το δημόσιο ξεπερνάει τα 130 δις ευρώ, δηλαδή το 73% του ΑΕΠ. Συνοπτικά, 46,7 δις προέρχονται από φορολογικά πρόστιμα και πρόσθετα τέλη ασφαλιστικών οφειλών, 22,9 δις από κύριες ασφαλιστικές οφειλές, 21,6 δις από ΦΠΑ, 18,8 δις από φόρους εισοδήματος και 10,6 δις από καταπτώσεις εγγυημένων δανείων. Άλλα 4,7 δις αφορούν λοιπές κατηγορίες φορολογικών οφειλών (τα 2,7 δις είναι φόροι περιουσίας) και τα υπόλοιπα 5,8 δις είναι μη φορολογικές οφειλές (καταλογισμοί, αχρεωστήτως καταβληθέντα, κλπ.)».
Η έκθεση σημειώνει ότι αυτές οι οφειλές προς το δημόσιο δεν επηρεάζουν το δημοσιονομικό αποτέλεσμα. Βεβαιώνονται μεν στην αρχή κάθε έτους αλλά δεν περιλαμβάνονται στα προβλεπόμενα έσοδα. Αυτά που μετρούνται ως έσοδα είναι οι εισπράξεις έναντι φορολογικών και ασφαλιστικών οφειλών.

Παράλληλα οι συντάκτες της έκθεσης τονίζουν την διαφωνία τους με γενικευμένες ευνοϊκές ρυθμίσεις χρεών: «Η αυστηρότητα των φορολογικών και ασφαλιστικών αρχών στην είσπραξη των δημόσιων εσόδων θα πρέπει να τηρείται απαρέγκλιτα και να αποφεύγονται γενικευμένες «ευνοϊκές» ρυθμίσεις που δημιουργούν κίνητρα καθυστέρησης πληρωμών και προσδοκίες ευνοϊκής αντιμετώπισης και αναβολής των προστίμων, αποδυναμώνοντας τη φορολογική και ασφαλιστική συμμόρφωση. Τέλος, οι όροι και οι προϋποθέσεις των επιμέρους ρυθμίσεων θα πρέπει να ακολουθούν ενιαίους και διαφανείς κανόνες που θα καθορίζονται σε κεντρικό επίπεδο και θα εφαρμόζονται με σχετικά αυτόματο τρόπο» τονίζεται.

Η έκθεση ζητά επίσης να διασφαλιστεί η ευρύτερη δυνατή συναίνεση από τον πολιτικό κόσμο της χώρας σε μια βάση στόχων και μέτρων, για μετά το τέλος των προγραμμάτων διάσωσης

Χτυπά καμπανάκι και για τα ασφαλιστικά ταμεία ενώ παίρνει θέση για το θέμα της ελάφρυνσης χρέους, ζητώντας να μην υπάρξουν «αιρεσιμότητες». Όπως αναφέρει η έκθεση:

«Από πλευράς των επίσημων δανειστών, το κρίσιμο ζητούμενο είναι ένα αποτελεσματικό σύστημα κινήτρων που θα εξασφαλίζει την υπεύθυνη στάση των μελλοντικών κυβερνήσεων. Εδώ αναμένεται να χρησιμοποιηθεί η ρύθμιση του χρέους υπό συνθήκες που θα αξιολογούνται σε βάθος χρόνου. Ωστόσο, τα μέτρα ελάφρυνσης που θα αποφασιστούν θα πρέπει να συμβάλλουν στη μελλοντική σταθερότητα και να μην χαρακτηρίζονται από αιρεσιμότητα – καθώς κάτι τέτοιο καθιστά δύσκολη την εκτίμηση των χρηματοδοτικών αναγκών της ελληνικής οικονομίας και θα καταστήσει δαπανηρότερη την αποκατάσταση της κανονικής χρηματοδότησης του Ελληνικού Δημοσίου από τις ιδιωτικές αγορές, δηλαδή τον τελικό σκοπό του όλου εγχειρήματος».

Η έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής τονίζει ακόμη ότι «η αντιμετώπιση των προκλήσεων θα χρειαστεί χρόνο, καλοσχεδιασμένες παρεμβάσεις και βελτίωση του θεσμικού πλαισίου που διέπει την οικονομία. Κυρίως όμως θα χρειαστεί ένα στρατηγικό σχέδιο μακράς πνοής που εκ των πραγμάτων θα υπερβαίνει τη θητεία μιας κυβέρνησης. Συνεπώς, τα βασικά του στοιχεία θα πρέπει να τεθούν σε δημόσιο διάλογο προκειμένου να εξασφαλιστεί μια ελάχιστη συναίνεση».

Χτυπά επίσης καμπανάκι για τις μεσοπρόθεσμες προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει η ελληνική οικονομία όπως η διαχείριση των προβληματικών αποθεμάτων (δημόσιο χρέος, ληξιπρόθεσμες οφειλές αλλά και τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα) και η συνεχιζόμενη συρρίκνωση του ανθρώπινου αλλά και του φυσικού κεφαλαίου.

Όπως σημειώνει, η υποβάθμιση του ανθρώπινου κεφαλαίου έχει προέλθει από τα πολύ υψηλά ποσοστά της μακροχρόνιας ανεργίας αλλά και στη συνεχιζόμενη φυγή εξειδικευμένου προσωπικού προς το εξωτερικό.