Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Καμπανάκι για τις ελαφρύνσεις από την Κομισιόν

Καμπανάκι για τις ελαφρύνσεις από την Κομισιόν

Ανάμεικτα μηνύματα και προειδοποιήσεις από τις Βρυξέλλες στην τρίτη έκθεση για την πορεία της Οικονομίας στην μεταμνημονιακή περίοδο, που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα. Τις έντονες ανησυχίες της για την μεσοπρόθεσμη πορεία της ελληνικής Οικονομίας  και τις επιφυλάξεις για την αλλαγή δημοσιονομικού μείγματος με τις ελαφρύνσεις του πακέτου Τσίπρα, εκφράζει η Κομισιόν στη νέα έκθεσή της. Σημειώνουν ότι οι ελληνικές αρχές έχουν δώσει μία μερική μόνο εκτίμηση του δημοσιονομικού αντικτύπου των μέτρων, που αντιστοιχεί σε 1,2 δις ευρώ ή 0,6% του ΑΕΠ.

Από την άλλη πλευρά, μετά την εξέταση της έκθεση αξιολόγησης των θεσμών  στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, σε ανακοίνωση της, η Κομισιόν επισημαίνει ότι «η έκθεση σημειώνει ότι η Ελλάδα έκανε λογική εκκίνηση στο περιβάλλον μετά το μνημόνιο από τον Αύγουστο του 2018, αλλά βρίσκει ότι η εφαρμογή μεταρρυθμίσεων επιβράδυνε τους τελευταίους μήνες και ότι η συνοχή κάποιων μέτρων με δεσμεύσεις που δόθηκαν στους Ευρωπαίους εταίρους δεν είναι εξασφαλισμένη και θέτει κινδύνους για την επίτευξη των συμφωνημένων δημοσιονομικών στόχων».

Για τις Βρυξέλλες, τρεις είναι οι χώρες που θεωρείται ότι έχουν «εκτεταμένες ανισορροπίες», στις Οικονομίες τους η Ελλάδα, η Κύπρος και  η Ιταλία, που θα μπορούσε να είναι μία κατηγορία από μόνη της. Οι θεσμοί εκτιμούν ότι υπάρχει κίνδυνος δημοσιονομικού εκτροχιασμού και μεγάλη καθυστέρηση στις μεταρρυθμίσεις τις οποίες η Επιτροπή προσδιορίζει σε τρία βασικά σημεία, στην αργή μείωση των κόκκινων δανείων,  την αύξηση στον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων και τις απλήρωτες οφειλές προς ιδιώτες.

Ο Επίτροπος Μοσκοβισί τόνισε στη δήλωσή του πως η χώρα ξεκίνησε καλά στη μεταμνημονιακή εποχή. Εγιναν πολλά από τις αρχές, σημείωσε αλλά συμπλήρωσε ότι καταγράφονται μια σειρά καθυστερήσεων σε μεταρρυθμίσεις. Απαντώντας για το πακέτο των ελαφρύνσεων είπε ότι «θα πρέπει να ελέγξουμε τα στοιχεία για να δούμε τα κόστη».

Από την πλευρά του ο Αντιπρόεδρος; της Επιτροπής Βάλντις Ντομπρόβσκις σημείωσε ότι η χώρα πραγματοποίησε τα τελευταία χρόνια πάρα πολλές μεταρρυθμίσεις και είναι σε διαδικασία ανάκαμψης. Για τις ελαφρύνσεις είναι ότι έχουν κόστος και δεν προχωρούν προς τη σωστή κατεύθυνση.

Σε κάθε περίπτωση στην έκθεση υπάρχουν πολλές αναφορές που δείχνουν ότι η Ευρώπη θεωρεί πως το πακέτο των ελαφρύνσεων έχει τη μορφή του χειρότερου φόβου τους, που είναι το ξήλωμα του πουλόβερ των μεταρρυθμίσεων. 

Σύμφωνα με τους τεχνοκράτες των θεσμών οι ελαφρύνσεις θα έχουν δημοσιονομικό κόστος άνω του 1% του ΑΕΠ το 2019 και έπειτα. Σε αυτό το κόστος περιλαμβάνουν τη ρύθμιση των 120 δόσεων σε εφορία και Ταμεία, τη μείωση του ΦΠΑ , την «13η σύνταξη» αλλά και την ανατροπή προηγούμενων μεταρρυθμίσεων για ορισμένες συντάξεις. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι «Οι εκτιμήσεις των ευρωπαϊκών θεσμών αποκαλύπτουν ότι η υιοθέτηση των δημοσιονομικών μέτρων της 15ης Μαΐου συνιστούν κίνδυνο για την επίτευξη του συμφωνηθέντος στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ. Η  έκταση του ρίσκου θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή των νέων σχημάτων για εξόφληση των οφειλών με δόσεις και τον αντίκτυπο που αυτή θα έχει στα υφιστάμενα».  

Απαντώντας στο ελληνικό επιχείρημα ότι τα μέτρα θα λειτουργήσουν υποστηρικτικά στην Ανάπτυξη, αναφέρεται ότι «δημιουργούν ανησυχίες για την επίτευξη των μεσοπρόθεσμων στόχων του προϋπολογισμού». Εκτός από το κόστος φαίνεται να υπάρχουν ενστάσεις ως προς και τον χαρακτήρα των μέτρων. Αναφέρεται ότι το πακέτο συνιστά πηγή ανησυχίας «δεδομένου ότι ο στόχος είναι να ακολουθηθεί μία πιο φιλική στην ανάπτυξη πολιτική και να κατευθυνθεί μεγαλύτερο μερίδιο των κοινωνικών δαπανών σε ομάδες, που απειλούνται περισσότερο με φτώχεια» .  

Ειδικότερα, στο στόχαστρο μπαίνει η ρύθμιση των 120 δόσεων, με τους θεσμούς να επισημαίνουν ότι «η διάρκεια της ρύθμισης των 120 δόσεων είναι υπερβολικά μεγάλη και το σχήμα περιλαμβάνει μόνο περιορισμένες προβλέψεις για να αποτιμηθεί η δυνατότητα εξόφλησης». 

Σχετικά με τη μείωση του ΦΠΑ γράφουν ότι «έρχεται σε αντίθεση με ένα σημαντικό μέτρο, που υιοθετήθηκε τον Ιούλιο του 2015, ενώ αφήνει σε ισχύ τον πολύ υψηλό συντελεστή του 24%». 

Στο μέτωπο του ασφαλιστικού και την 13η σύνταξη  επισημαίνεται ότι ανατρέπει παλαιότερες μεταρρυθμίσεις (2012 και του 2016). «Οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα αυξήσουν τις δημόσιες δαπάνες για συντάξεις, οι οποίες είναι ήδη οι υψηλότερες στην Ε.Ε. ως ποσοστό του ΑΕΠ»

Οι ενστάσεις των θεσμών διατυπώνονται ως εξής «Συνολικά τα μέτρα στοχεύουν στην κατανάλωση και θα απορροφήσουν σημαντικό δημοσιονομικό χώρο που θα μπορούσε να κατευθυνθεί σε αναπτυξιακές πολιτικές όπως η μείωση των φορολογικών συντελεστών και των εισφορών».

Για το λογιστικό τρικ, που επιτρέπει την μείωση των υπερπλεονασμάτων και ελαφραίνει τους φορολογούμενους από το δυσανάλογο βάρος των μνημονίων,  η Κομισιόν σχολιάζει: «Η όποια πρόταση τροποποιεί την συμφωνία στην οποία κατέληξε η Ελλάδα με τους πιστωτές τον Ιούνιο του 2018, θα πρέπει να συζητηθεί στο Eurogroup στο πλαίσιο μίας επικαιροποιημένης ανάλυσης για τη βιωσιμότητα του χρέους».

Τέλος, για την ακύρωση του νόμου που θα μείωνε το αφορολόγητο από την Πρωτοχρονιά του 2020, κάτι το οποίο αναμένεται μέσα στην εβδομάδα να έρθει στη βουλή, η Κομισιόν επισημαίνει ότι η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει την πρόθεσή της να μην εφαρμόσει τη μείωση του αφορολόγητου ορίου, κάτι που όπως υπογραμμίζει σημαίνει ότι δεν θα διευρυνθεί η φορολογική βάση- η οποία θα δημιουργούσε δημοσιονομικός χώρος ίσος με 1% του ΑΕΠ για φιλικές προς την ανάπτυξη μεταρρυθμίσεις στο φορολογικό.