Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Μητσοτάκης και Τσίπρας προ των ευθυνών τους

Μητσοτάκης και Τσίπρας προ των ευθυνών τους

Η πολιτική είναι μια σύγκρουση. Μια σκληρή αναμέτρηση ανάμεσα σε πρόσωπα, κόμματα, ιδέες, συμφέροντα και μηχανισμούς που επιδιώκουν το ίδιο πράγμα: την επικράτηση. Αυτό είναι το μεγαλείο -και η κατάρα- του κοινοβουλευτισμού.   Στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες όμως  υπάρχουν περίοδοι στις οποίες η αναμέτρηση ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις πρέπει να υποχωρεί μπροστά σε μια πιο κρίσιμη αναμέτρηση που  έχει ως διακύβευμα όχι την εξουσία τους, αλλά την επιβίωση της χώρας 

Μπροστά σε ένα τέτοιο διακύβευμα θα βάλει ο νέος χρόνος τους δυο κυρίαρχους του πολιτικού παιχνιδιού στην Ελλάδα. Πρώτα, εκ της θέσης του, τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Αρχηγός της ΝΔ και πρωθυπουργός με τη βούληση της βάσης του κόμματός του και του λαού αντιστοίχως  θα χρειαστεί να εγκαταλείψει την σκηνοθετημένη πολιτική και την αλαζονεία  που τον διακρίνει γιατί τα πράγματα γίνονται πλέον σοβαρά.

Αν επιμείνει στην όξυνση του πολιτικού κλίματος με διχαστικές επιλογές και με αποκλειστική επιδίωξη τη διαιώνιση της κυριαρχίας του θα περάσει μόνος τη θήλεια στο λαιμό του.  Ο Αλέξης Τσίπρας απελθών πρωθυπουργός και φυσικός επικεφαλής της Δημοκρατικής Παράταξης επίσης με τη βούληση του λαού, έχει ως πρώτιστο χρέος να δείχνει στην κοινωνία όχι την προοπτική του κόμματός του, αλλά τη μεγάλη εικόνα: εντός του 2020 θα κριθούν ύψιστα εθνικά συμφέροντα.

Η διασφάλισή τους έχει μια προϋπόθεση: την εθνική ομοψυχία και της  λαϊκής ενότητα. Πρακτικά αυτό σημαίνει ανάγκη για στενή συνεργασία μεταξύ των δυο μεγάλων κομμάτων -για την αντιμετώπιση του εθνικού κινδύνου. Μητσοτάκης και Τσίπρας πρέπει να αποκτήσουν αμφότεροι τη σοφία να κατανοήσουν ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για κομματικούς ανταγωνισμούς, χωρίς αρχές και με κομματικές επιδιώξεις για τον καθένα. 

Αν δεν αναλάβουν εκατέρωθεν την ευθύνη για συμφιλίωση δεν θα υπάρχει τίποτε να διαχειριστεί  ο ένας που κυβερνάει σήμερα, ή ο άλλος που θα κυβερνήσει αύριο. Η Ελλάδα προϋπήρχε του Μητσοτάκη και του Τσίπρα και θα υπάρχει και μετά από αυτούς. Το ζητούμενο είναι να συνειδητοποιήσουν ότι κανείς από τους δυο μόνος δεν μπορεί να διασφαλίσει ότι θα υπάρχει και αύριο – όπως  την  ξέρουμε σήμερα. Ο καθένας πρέπει να παίξει σωστά το ρόλο του.

Τι μας διδάσκει η Ιστορία

 Ο Μητσοτάκης θα πρέπει να εγκαταλείψει την αντίληψη ότι κυβερνώντας  ασκεί -οικογενειακώς μάλιστα- το κληρονομικό δικαίωμα.  Οφείλει την εξουσία του στους ανθρώπους της παράταξης του που εναπόθεσαν σ’ αυτόν ελπίδες. Όχι στο πολιτικό μάρκετινγκ στους «νταβατζήδες» και τους μιντιάρχες που τον ανέδειξαν.  

 Η παράταξη που εκπροσωπεί βαρύνεται με διχασμούς. Ο ίδιος προσωπικά βαρύνεται με την νομιμοποίηση στο δημόσιο βίο προσώπων που υποβαθμίζουν την πολιτική με τον σκοταδισμό που προπαγανδίζουν, τις απεχθείς θεωρίες και την προσβολή της πολιτικής και της αισθητικής. Τους έχει στη Βουλή και στην κυβέρνησή του.

Είναι η ώρα να εγκαταλείψει την προσδοκία της ολικής επικυριαρχίας και να κάνει το χρέος του στο όνομα του αξιώματος που φέρει. Αλλιώς θα καταλήξει ιστορικά αποσυνάγωγος, σαν τον πατέρα του- η συλλογική ανάμνηση του οποίου δεν σώζεται από τους διατεταγμένους αγιογράφους του: υπήρξε μοιραίος για τη Δημοκρατία. Ας μην αποδειχθεί ο γιος του μοιραίος για τη χώρα.

Ο Τσίπρας πρέπει να αντιληφθεί ότι έγινε πρωθυπουργός και μπορεί να ξαναγίνει, όχι χάρη στο περιθωριακό κόμμα του, αλλά χάρη στη συνειδητή απόφαση πολλών ανθρώπων να αλλάξουν επιλογές, να θυσιάσουν τις σχέσεις που είχαν στο παρελθόν με κόμματα και πολιτικά πρόσωπα και να του αναθέσουν την εκπροσώπηση τους. Εκπροσωπεί μια παράταξη που πρωταγωνίστησε στο δρόμο των ιδεών, του αγώνα και της θυσίας, αλλά βαρύνεται με ολισθήματα και την αποδοχή της βαρβαρότητας.

Οφείλει να βάλει στο περιθώριο όσους ρυπαίνουν την Αριστερά, ή έχουν εκθέσει τη  Δημοκρατική Παράταξη με τον λόγο τους, τις  πράξεις τους και το παρελθόν τους. Να μην μαζεύει αποφόρια περασμένων καταστάσεων, άλλα να εμπνεύσει τον ανθό της κοινωνίας και της νεολαίας.  Η παραδοσιακή Αριστερά υπήρξε μοιραία για την μεταπολεμική πορεία της χώρας. Η νεότερη Αριστερά- ας μην αποδειχθεί μοιραία για την πορεία τη Δημοκρατικής Παράταξης, μετά το μνημόνιο που φόρτωσαν στη χώρα ως προϊόν χρεοκοπίας και σήψης η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ.

Από τη συντηρητική παράταξη μόνο ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δικαιούται θέση στο πάνθεο της νεοελληνικής ιστορίας για ένα λόγο: την ένταξη της Ελλάδας στον οργανωμένο πολιτικό χώρο της Ευρώπης.  Από την Δημοκρατική Παράταξη, συμπεριλαμβανομένης της Αριστεράς, μόνο ο Ελευθέριος Βενιζέλος έχει χώρο στην εθνική πινακοθήκη πάλι για ένα λόγο: διπλασίασε τη χώρα. Αν ο Τσίπρας και ο Μητσοτάκης θέλουν ιστορικά παραδείγματα χρήσιμα στη συγκυρία, θα τα βρουν μόνο σ’ αυτούς- για τους λόγους που αναφέρονται.  

Κανείς δεν έχει λευκή επιταγή

Κανείς από τους δυο σημερινούς επικεφαλής των δυο παρατάξεων δεν ασκεί το ρόλο του εν λευκώ. Δεν μπορούν να αναμετρηθούν με την Ιστορία, αν δεν της προσφέρουν αποδείξεις ορθής αντίληψης της πορείας και των υποχρεώσεων με τις οποίες τους επιφορτίζει.

 Ούτε ο Μητσοτάκης με τις προκλητικές εμφανίσεις έχει λευκή επιταγή ως πλειοψηφήσας στις εκλογές, ούτε ο Τσίπρας με την αμεριμνησία της παρουσίας του έχει άνευ όρων εξουσιοδότηση από τη δημοκρατική  παράταξη.  Κανείς από τους δυο μπροστά στους κλυδωνισμούς που έρχονται δεν έχει νομιμοποίηση για άσκηση κομματικής πολιτικής. Ο Μητσοτάκης δεν μπορεί να κάνει σκοπό του την παραμονή του στην εξουσία με κάθε μέσο. Ο Τσίπρας δεν μπορεί να πιστεύει στην επιστροφή του χωρίς προϋποθέσεις.

Και οι δυο θα κριθούν, ο καθένας στο ρόλο του, και θα εγγράψουν υποθήκες για το μέλλον τους, ανάλογα με το βαθμό υπευθυνότητας που θα επιδείξουν μπροστά σ’ αυτό που έρχεται. Το 2020 δεν θα είναι μια ημερολογιακή περίοδος με συνέχιση της κομματικής παθογένειας με όφελος για τον έναν ή κόστος για τον άλλο. Είναι μια χρονιά στην οποία όλα θα πρέπει να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους από την αρχή.

Αρθρογράφος